Το νησί μας, η Ρόδος, είναι ένας τόπος μαγικός, γεμάτος μυστήριο, όπου το αναπάντεχο μπορεί να συμβεί ανα πάσα στιγμή και που δεν παύει να εκπλήσσει -όχι ευχάριστα πάντα, ομολογώ- όχι μόνο τον επισκέπτη αλλά και τον ντόπιο ακόμα. Εμένα, ας πούμε.
Δυο περίπου χιλιόμετρα μετά το Γεννάδι πηγαίνοντας νότια ξεκινάει ένας δρόμος που οδηγεί κατ’ ευθείαν στην Λαχανιά. Είναι ο παλιός δρόμος, που συνέχιζε και συνεχίζει διακλαδιζόμενος προς Μεσαναγρό και Κατταβιά. Είναι σε άθλια κατάσταση αφού δεν έχει συντηρηθεί εδώ και περίπου δυο χρόνια, περνάει όμως μέσα απο μια πανέμορφη φύση που εναλάσσεται ανάμεσα σε αραιές καλλιέργειες και, κυρίως, δάσος. Σε κάποιο σημείο συναντάει και περνά πάνω από τον Σκολονίτη ποταμό, που τα τελευταία χρόνια με τα χίλια ζόρια κατευάζει λίγο νερό τον χειμώνα.
Εκεί κοντά, λοιπόν, πάρθηκε και η φωτογραφία που βλέπετε. Περνάω συχνά απο κεί και πάντα έκοβα ταχύτητα όπως όφειλα βλέποντας το σήμα, αν και αυτό δεν φαινόταν να έχει κάποιον λόγο ύπαρξης. “Που ξέρεις”, σκεφτόμουνα,”Ελλάδα είν’ εδώ…”. Τελικά η περιέργειά μου μ’ έκανε μια μέρα να σταματήσω. Κοίταξα γύρω χωρίς να διακρίνω τον λόγο που θα δικαιολογούσε την σήμανση. Σκέφτηκα πως ίσως είναι για να προσέχουμε τα ελάφια ή τα κατσίκια που ανεξέλεγκτα αλωνίζουν, άσε που μια φορά είχα συναντήσει εκεί κοντά και κάτι γουρουνάκια.
Δεν κρύβω πως σκέφτηκα ακόμα οτι ίσως κάποιος εξυπνάκιας θέλησε να αστειευτεί μ’ αυτόν τον τρόπο αφαιρόντας το σήμα απο την σωστή του θέση – μπροστά σε κάποιο σχολείο ίσως- αμέσως όμως απέρριψα μέσα μου την πιθανότητα αυτήν. Εμείς δεν κάνουμε τέτοια πράγματα, κάνουμε; Κι έτσι, το μυστήριο παραμένει. Αυτό δεν έλεγα και στην αρχή;


Στὸν καφενὲ ἀπ᾿ ἔξω σὰν μπέης ξαπλωμένος,
τοῦ ἥλιου τὶς ἀκτῖνες ἀχόρταγα ρουφῶ,
καὶ στῶν ἐφημερίδων τὰ νέα βυθισμένος,
κανέναν δὲν κοιτάζω, κανέναν δὲν ψηφῶ.

Σὲ μία καρέκλα τὅνα ποδάρι μου τεντώνω,
τὸ ἄλλο σὲ μίαν ἄλλη, κι ὀλίγο παρεκεῖ
ἀφήνω τὸ καπέλο, καὶ ἀρχινῶ μὲ τόνο
τοὺς ὑπουργοὺς νὰ βρίζω καὶ τὴν πολιτική.

Ψυχή μου! τι λιακάδα! τι οὐρανὸς ! τι φύσις !
ἀχνίζει ἐμπροστά μου ὁ καϊμακλῆς καφές,
κι ἐγὼ κατεμπνευσμένος γιὰ ὅλα φέρνω κρίσεις,
καὶ μόνος μου τὶς βρίσκω μεγάλες καὶ σοφές.
……………………………………….
Γ. Σουρής, Ο Ρωμιός

Ανθρωποι και άλλα ζώα του Θα απολαμβάνουν την λιακάδα πριν την καταιγίδα που ήταν να έρθει μα δεν ήρθε ποτέ.

===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===

People and other animals of Tha, basking in the sun before the storm that was supposed to come but never did.

 


Νοομι, Βαγγέλης. Τσικνοπέμπτη, με μιά χαρούμενη πολυεθνική, πολύγλωσση και πολύχρωμη παρέα στο “Παλιό Καφενείο” της Λαχανιάς.

===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===

Noomi and Vangelis. “Ash Thursday” (or “Wednesday”?) with a happy multinational, multilingual, multicolored gang, at the “Old Coffee Shop” in Lachania.


sunrise

ΠΙΝΔΑΡΟΥ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΟΣ 7ος
Στον Ρόδιο Διαγόρα, νικητή στην πυγμαχία (468 π.Χ.)
Μετάφραση: Τασούλα Καραγεωργίου
………………………………………………………………………..
Καί καθώς λησμονῆσαν (ΣΣ οι θεοί) νά βάλουνε κλῆρο
γιά τόν Ἥλιο πού τύχαινε τότε νά λείπει
τόν θεό, παραλίγο, τόν  ἄμωμο, θ’ ἄφιναν δίχως μερίδιο∙
τούς τό θύμισε ὅμως ἐκεῖνος∙
καί θά ὅριζε ὁ Δίας καινούργια ἀπ’ ἀρχῆς μοιρασιά,
μά ὁ Ἥλιος ἀρνήθηκε∙
γιατί εἶπε πώς βλέπει ἀπ’ τά βάθη τῆς θάλασσας
στόν ὁλόλευκο ἀφρό ν’ ἀνεβαίνει ὁλοένα μιά χώρα
πού ὁ πλοῦτος της μέλλει κοπάδια κι ἀνθρώπους νά θρέψει.

Κι ἀπ’ τή μοίρα τή Λάχεση, μέ τ’ ὁλόχρυσο χτένι,
νά σηκώσει τά χέρια ζητᾶ καί τόν ὅρκο
τῶν θεῶν νά σφραγίσει
συμφωνώντας μαζί μέ τοῦ Κρόνου τόν γιό,
πώς ἡ νῆσος αὐτή στό αἰθέριο τό φῶς σάν βρεθεῖ,
τό δικό του νά εἶναι μερίδιο γιά πάντα.
Καί τά λόγια αὐτά πληρωθῆκαν καί  ἀλήθεψαν ὅλα.
τό νησί ἀπ’ τήν ἄρμη τῆς θάλασσας βλάστησε
κι ἀπό τότε δικό του τό ἔχει ὁ πατέρας,
τῶν ὀξειῶν ἡλιαχτίδων ὁ ἄρχοντας
τῶν πυρίπνοων ἵππων ὁ ἀφέντης.
………………………………………………………………………..

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

PINDAR 7th OLYMPIC HYMN
To Diagoras of Rhodes, Olympic winner in boxing, 468 b.C.
My translation
…………………………………………………………………………
And because they (the gods) forgot to draw a lot for the Sun
who happened to be away at the time
the immaculate god would have been left without share.
But he reminded them.
and Zeus was about to order a new sharing to begin
but the Sun refused.
Because he said he can see from the depths of the sea
rising toward the white foam a land
that her wealth was destined to support men and herds of animals

And from Lachesis, the Fate with the golden comb,
he asked that she would raise her hands and seal
the oath of the gods
agreeing together with the son of Cronos
that when this island comes to the ethereal light
it would be his for ever.
And those words were fulfilled and everything came true.
The island grew from the brine of the sea
and since then it belongs to the father,
the ruler of the sharp sun rays,
the master of the fire breathing horses.
………………………………………………………………………..


4254

Λαχανιά. Λιακάδα με δόντια και το βραδάκι το θερμόμετρο στους 11C και μια υγρασία που τρυπάει το κόκκαλο μέχρι το μεδούλι. Στο παλιό καφενείο του Γιάννη και της Βαλασίας η πρώτη φωτιά του χειμώνα στο τζάκι. Ρετσίνα και ψιλοκουβέντα για τούτο και για κείνο κι ο γερο-χειμώνας εδώ πια για τα καλά.

=========================================================

Lachania. A sunny yet chilly morning and then, when darkness fell so did the thermometer: 11C and a piercing dampness that reached straight down to the marrow of your bones. In the fireplace of the old tavern of Yannis and Valasia the first fire of this winter. Retsina and small talk about this and that -but mostly about that. And old man winter here to stay for good.

fireplace-4255