“Θυμάμαι που όταν ήμουν παιδί μισοπίστευα και έπαιζα στα σοβαρά με νεράιδες. Ποιός παράδεισος μπορεί να είναι πιο αληθινός απο το να κρατηθεί ο κόσμος της παιδικής φαντασίας, σφυριλατημένος και ισοροπημένος απο τη γνώση και τον κοινό νου… Είναι ευχής έργο που δεν μ’εστειλαν ποτέ σχολείο. Θα είχα χάσει μέρος της αυθεντικότητας μου.”
Beatrix Potter

Την γνωρίζετε την Beatrix Potter που γεννήθηκε σαν σήμερα που γράφω, 28 Ιουλίου 1866; Εαν όχι κακώς, πολύ κακώς. Τι σας νοιάζει εσάς; Μπορεί και τίποτα, αν και θά ‘πρεπε. Εμένα όμως που, αν θέλετε το πιστεύετε, υπήρξα κάποτε παιδί κι εκτός απ’ αυτό δηλώνω και εικονογράφος βιβλίων – άσε που έχω γράψει και κάνα δυο τέτοια- με ενδιαφέρει πολύ. Γιατί η Βεατρίκη Πότερ είναι απο τις μεγαλύτερες συγγραφείς και εικονογράφους παιδικών βιβλίων, ένα είδος συνάδελφος να πούμε (χεχε, πλάκα κάνω).
Μεγαλωμένη κοντά στη φύση, με λίγους φίλους εκτός απο αμέτρητα ζώα και ζωάκια που τα παρατηρούσε και τα ζωγράφιζε. Μορφώθηκε στο σπίτι απο ιδιωτικούς δασκάλους και αποχτησε ευρεία μόρφωση.
Την αγαπώ την Βικτωριανή αυτήν κυρία, την οικολόγο και φυσιολάτρη, για τις εξαίσιες ακουαρέλες και τις ιστορίες της … “Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τέσσερα λαγουδάκια που τα λέγανε Φλόπσυ, Μόπσυ, Μπαμπακόουρο και Πέτρο…” Την αγαπώ και γιατί αφιέρωσε την ζωή της στην σωτηρία και διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος σε σημείο που κάποτε να σταματήσει να γράφει. Κι ακόμα την αγαπώ για το χιούμορ που την κάνει να μοιάζει παιδί:

“Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 1884. Πριν καμιά βδομάδα ήταν και μια άλλη ιστορία στην εφημερίδα. “ενας κύριος είχε μια γάτα που τις έμαθε να κάθεται στο τραπέζι για φαγητό, όπου και συμπεριφερόταν πολύ καλά. Συνήθιζε να βάζει στο πιάτο της γατας όλα τα αποφάγια του. Μια μέρα, η ψιψίνα δεν ήταν στην ώρα της. Εμφανίστηκε με δυό ποντικούς και έβαλε τον ένα στο πιάτο του αφεντικού της και τον άλλον στο δικό της”.
― Beatrix Potter, Το ημερολόγιο της Βετρίκης Πότερ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Ο κύριος της εικόνας με την ομπρέλα είμαι εγώ. Ήταν μια μέρα που, μαζί με άλλους λαγούς, επισκεφτήκαμε την κα. Πότερ.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

“I remember I used to half believe and wholly play with fairies when I was a child. What heaven can be more real than to retain the spirit-world of childhood, tempered and balanced by knowledge and common-sense… Thank goodness I was never sent to school; it would have rubbed off some of the originality.”
Beatrix Potter

Do you know Beatrix Potter, that was born on a day like today, 28 July 1866? If you don’t you should. I know her because, believe it or not, I also was a kid once and besides I do claim to be a book illustrator. And Beatrix Potter is one of the greatest writers and children books illustrator ever -sort of a collueague of mine (that was meant as a joke, of course).
She grew up isolated from most other children, with drawing, nature, pets, her little brother, and governesses as her contacts with the world. She never went to school and was taught at home.
I like that Victorian lady, environmentalist and nature lover, for her beautiful aquarelles and her stories… ” Once upon a time there were four little Rabbits, and their names were Flopsy, Mopsy, Cottontail, and Peter… ”. I like her because she devoted her life to preserving the natural lanscape, so much so that she stoped writting. I like her for that humor that makes her look like a child:

“Sunday, January 27, 1884. — There was another story in the paper a week or so since. A gentleman had a favourite cat whom he taught to sit at the dinner table where it behaved very well. He was in the habit of putting any scraps he left onto the cat’s plate. One day puss did not take his place punctually, but presently appeared with two mice, one of which it placed on its master’s plate, the other on its own.”
― Beatrix Potter, Beatrix Potter’s Journal

NOTE. The gentleman with the umbrella in the picture is me. It was on one day that, together with other rabbits, we visited Mrs. Potter.


Δεν θέλω να πεθάνω μέχρι να έχω κάνει πιστά ό,τι μπορώ με το ταλέντο μου και μέχρι να έχω καλλιεργήσει τον σπόρο που τοποθετήθηκε μέσα μου, ώσπου να έχει μεγαλώσει και το τελευταίο του κλωναράκι.
— Käthe Kollwitz

8 Ιουλίου1867, μια μέρα σαν σήμερα γεννιόταν η Käthe Kollwitz. Μία απο τις αγίες μου, η αγία Käthe. Ζωγράφος, χαράκτρια, γλύπτρια. Με τα σχέδια και τα χαρακτικά της καυτηρίασε με δραματικό τρόπο τα ανθρώπινα βάσανα, την τραγωδία του πολέμου, την δυστυχία και τους αγώνες των απλών ανθρώπων. Κυνηγήθηκε από τους Ναζί, τα έργα της αποσύρθηκαν απο μουσεία και εκθέσεις και υποχρεώθηκε να παραιτηθεί από την θέση της στην Ακαδημία Καλών Τεχνών όπου δίδασκε. Πέθανε λίγες μόνο μέρες πριν το τέλος του 2ου Π.Π.
Στα νειάτα μου πέρασα πολλές ώρες αντιγράφοντας τα σχέδιά της: τα ροζιασμένα χέρια, τα τεράστια παιδικά μάτια, τα χωρίς ωραιοποίηση μα όλο έκφραση πρόσωπα. Προσπαθόντας μάταια να πλησιάσω λίγάκι έστω την εκφραστική δύναμη, να καταλάβω από πού βγαίνει η δύναμη της ψυχής που χύνεται ποτάμι πάνω στο χαρτί και την πέτρα.
Παραθέτω εδώ κάποιο απο τα έργα της διαλεγμένο λίγο πολύ στην τύχη. Πολύ θα ήθελα να τα δείξω όλα και τα 275 σχέδια, λιθογραφίες και χαρακτικά που μας άφησε.

===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===

I do not want to die… until I have faithfully made the most of my talent and cultivated the seed that was placed in me until the last small twig has grown.
— Käthe Kollwitz

Käthe Kollwitz -one of my saints… saint Käthe- was born on a day like today, 8 July 1867. Painter, printmaker -etching, lithography, woodcut – and sculpture. Her most famous works depict the effects of poverty, hunger and war on the working class. After the rise to power of the Nazi party she was forced to resign her place on the faculty of the Art Academy. Her work was removed from museums and she was banned from exhibiting. She died just a few days before the end of WW 2.
When I was young I spent many hours copying her works: the strong worker’s hands, the huge eyes of children, the full of expression faces. I was in vain trying to somehow approach her force of expression, to find and to understand whence comes that inner force that pours out like a river on paper, wood and stone.
Her work reproduced here was picked more or less at random. I would very much like to be able to post all of the 275 drawings, lithographs, woodcuts she left behind.


Στις 3 του Απρίλη 1856, μια μέρα σαν και σήμερα πριν 161 χρόνια, μια έκρηξη συντάρασσε την πόλη της Ρόδου. Ψηλά απέναντι απο το Καστέλο, ο αφιερωμένος στον Αγ. Ιωάννη καθεδρικός ναός των Ιπποτών είχε τιναχτεί συνθέμελα στον αέρα, μαζί του και μεγάλο μέρος του παλατιού των Μεγάλων Μαγίστρων.
Για τα αίτια της έκρηξης πρέπει να γυρίσουμε πίσω στην ιστορία. Το φθινόπωρο του 1521 η πολιορκία της Ρόδου απο τον Σουλεϊμάν τον Μεγαλοπρεπή έμπαινε στην τελευταία φάση της. Οι πολιορκούμενοι ήταν εξαντλημένοι, τα τείχη εριπωμένα και, σύμφωνα με τον υπεύθυνο γι αυτά Καγκελλάριο του Τάγματος d’ Amaral, τα πολεμοφόδια είχαν εξαντληθεί.
Ένα βράδυ του Οχτώβρη, ψηλά πάνω στα τείχη του τομέα της Ωβέρνης συλλαμβάνεται κάποιος Blas Diez να στέλνει μηνύματα στους Τούρκους. Τα τυλιγμένα σε βέλη χαρτάκια έλεγαν πως η πόλη δεν άντεχε πια και πως οι Τούρκοι έπρεπε να εντείνουν τις προσπάθειές τους. Ο Ντίεζ δεν είναι τυχαίος, είναι υπηρέτης του ντ’ Αμαράλ. Με βασανιστήρια ο Ντιεζ ομολογεί, ο ντ’ Αμαράλ όμως αρνείται την όποια ενοχή, ακόμα κι όταν καταδικάζεται σε θάνατο. Στις 5 Νοέμβρη 1521 ο ντ’ Αμαράλ αποκεφαλίζεται δημόσια και το κεφάλι του παλουκώνεται ψηλά στον πύργο του Αη Γιώργη. Το σώμα του τεμαχίζεται στα τέσσερα και το ένα κομμάτι εκτίθεται στον προμαχώνα της Ωβέρνης, το δεύτερο στον Πύργο της Ισπανίας, το τρίτο στα τείχη της Αγγλίας και το τέταρτο στον Πύργο της Ιταλίας.
Έτσι, την βροχερή εκείνη μέρα, στις 3 Απρίλη 1856, ένας κεραυνός βρήκε τον δρόμο μέχρι τα υπόγεια του Αγ. Ιωάννη, τα σφραγισμένα πάνω απο τρείς αιώνες. Αποθηκευμένες εκεί βρήκε και πυροδότησε τεράστιες ποσότητες πυρίτιδας. Λέγεται πως ήταν κρυμμένες απο τον d’ Amaral.

Στην θέση του ναού του Αγ. Ιωάννη στέκεται τώρα το “Σουλεϊμανιέ”, το Τούρκικο σχολείο. Ο ναός του Ευαγγελισμού, χτισμένος απο τους Ιταλούς αρχικά ως San Giovanni, είναι αντίγραφο του ναού εκείνου των Ιπποτών.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

On 3 April 1856, on a day like today 161 years ago, the city of Rhodes was shaken by a great explosion. High up, across the Grand Master’s Palace the Cathedral of St. John was blown up from its foundations together with part of the palace itself.
For the cause of the explosion one must go back in history. During the last months of 1521 the siege of Rhodes by Suleiman the Magnificent was in its final face. The defenders of the city were exhausted, great parts of the walls lay in ruins and, according to the man responsible for them Chancellor of the Order of St. John d’ Amaral, munitions were also exhausted.
Late one night of October high up on the battlements of the sector of Auvergne a certain Blas Diez, a Jew, was caught sending messages to the Turkish camp outside. The messages, wrapped around arrows, said that the city could no longer be defended and the Turks should intensify their efforts. The city would be theirs. Diez was not just anybody. He was the servant of Chancellor d’ Amaral. Under torture, Diez would confess though d’ Amaral insisted on his innocent even after he was sentenced to death. On 15 November 1521 d’ Amaral was beheaded and quartered. His head, stuck on a pole, was exhibited for all to see on the Tower of St. George. One part of his body was also exhibited on the walls of Auvergne, the second on the Tower of Spain, the third on the walls of England and the fourth on the Tower of Italy.
And so it came to pass that on that stormy day of 1856 a lightning made its way to the dungeons of the cathedral of St. John -sealed for more than three centuries- where, apparently, large amounts of gunpowder had been stored. It was then rumored that the gunpowder was hidden there by d’ Amaral.



p-143

1522. Η πολιορκία της Ρόδου απο τον Σουλεϊμάν είναι στο έκτο μήνα. Η κατάσταση στην πόλη όλο και χειροτερεύει καθώς μέρα με την μέρα τρόφιμα και πολεμοφόδια λιγοστεύουν. Ο Σουλτάνος βιάζεται να τελειώνει καθώς ο χειμώνας του δημιουργεί μεγάλα λογιστικά προβλήματα.
Στις 28 και 29 του Νοέμβρη δυο φοβερές επιθέσεις στους τομείς Ισπανίας και Ιταλίας παραλίγο να φέρουν την πόλη στα χέρια των εχθρών. Οι Τούρκοι μπαίνουν απο το ρήγμα στον τομέα της Ισπανίας και απωθούνται με μεγάλη δυσκολία, αφού θα προσβληθούν απο τα κανόνια της Πυλης Κοσκινού και με την βοήθεια καταρρακτώδους βροχής που κάνει αδύνατη την προέλασή τους.
3000 Τούρκοι χάνουν την ζωή τους. Σαν καλοί Χριστιανοί, ο λαός της πόλης αποδίδουν την “νίκη” στον Άγιο Ανδρέα, που γιόρταζε την ημέρα εκείνη.
Οι Τούρκοι που δεν το βάζουν κάτω χρησιμοποιούν κάθε μέσο και τέχνασμα -υπονόμους, φουρνέλα, κανόνια, εφόδους, ακόμα και ψυχολογικό πόλεμο: μηνύματα πέφτουν με βέλη μα και σπιούνοι που τρυπώνουν στην πόλη απο τα χαλάσματα στοχεύουν στο ηθικό των Ροδιτών, καλώντας τους να παραδοθούν γιατί δεν θα γλιτώσει κανείς.
Ο αγώνας όμως συνεχίζεται απελπισμένος….

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Δεν ξέρω αν τό’χει ο Άγιος Αντρέας, μεγάλη η χάρη του, μα εδώ έβρεξε τόσο που παραλίγο νε φορέσω την πανοπλία μου και να βγώ να κυνηγάω Τούρκους.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

1522. The siege of Rhodes by Suleiman the Magnificent is in its sixth month. The circumstances in the town could not become worse as food is scant and ammunitions scarce. Outside the walls disease and epidemics are mowing down the enemy troops. The Sultan is in a hurry. Winter is bringing big economic and logistical problems for him.
On the 28th and 29th of November two ferocious charges at the Spanish and Italian sectors almost result in the capture of the city. The Turks go through the breach on the Spanish walls. They are repulsed with great exertion. The accidental occurrence of a torrential downpour becomes a miraculous helpmate to the cannons at the Koskinou gate. 3,000 Turks lose their lives in this one. As good Christians, the Rhodians attribute this “victory” to St. Andreas, whose feast day it is.
The Turks don’t give up. They are using every tactical means and device: mines, artillery, general attacks, concentrated localized assaults, even psychological warfare. Messages falling from the sky wrapped on arrow shafts, but also agents worming into the town through the holes on the walls are aiming at the population’s morale, calling on them to surrender or else none will be spared.
But the struggle continues desperately.