Μια μέρα σαν και σήμερα, 21 Ιουλίου 1951, γεννιόταν ο Robin Williams. Περιττό νομίζω να συστήσει κανείς τον αγαπημένο κωμικό που του απονεμήθηκαν ένα Οσκαρ, δυο βραβεία Emmy, εφτά Golden Globe Awards, δύο Screen Actors Guild Awards και πέντε Grammy και που η αυτοκτονία του το 2014 συντάραξε τον κόσμο.
Εγώ όμως τώρα έψαξα κατά το συνήθειό μου να βρω την σχέση του με το φαγητό. Το γεγονός είναι πως ο Ρόμπιν Γουίλλιαμς δεν είχε ιδέα απο μαγειρική, αυτό όμως δεν σημαίνει πως δεν έτρωγε. Ο προσωπικός του μάγειρας John Mathies μας δίνει την συνταγή για το αγαπημένο του Μοσχάρι στην γάστρα:

ΥΛΙΚΑ
2.5 κιλά σπάλα μοσχαρίσια, χωρίς κόκκαλο – αλάτι, πιπέρι – λίγο ελαιόλαδο – 3 κρεμμύδια ψιλοκομμένα – 1/2 φλυτζάνι κόκκινο κρασί – 1/2 φλυτζάνι ζωμός βωδινού – 2 κουταλιές τοματοπελτέ – 2 γλίθες σκόρδο σπασμένες – 2 καρρότα κομμένα σε κύβους – 2 κοτσάνια σέλερι κομμένα σε μεγάλα κομματια – 2 δαφνόφυλλα – 3 κουταλάκια αλεύρι -λίγο νερό.
ΤΡΟΠΟΣ
Προθερμένουμε τον φούρνο στους 160 C. Αφαιρούμε απο το κρέας το λίπος που περισεύει. Αν χρειστεί κόβουμε το κρέας στα δύο ή στα τρία για να χωρέσει στη γάστρα μας. Αλατοπιπερώνουμε το κρέας. Ζεσταίνουμε το λάδι σε μεγάλο τηγάνι ή την ίδια την γάστρα και ροδίζουμε το κρεάς απ’ όλες τις μεριές. Το αποσύρουμε σ’ ένα πιάτο.
Χαμηλώνουμε την φωτιά και στο ίδιο τηγάνι σωτάρουμε το κρεμμύδι μέχρι να ροδίσει χωρίς να καεί. Σβήνουμε με το κρασί, προσθέτουμε τον ζωμό, τοματοπελτέ, σκόρδο, καρρότα, σέλερι και δάφνη. Επιστρέφουμε το κρέας στο τηγάνι, αυξάνουμε για λίγα λεπτά την φωτιά κι ύστερα τα μεταφέρουμε όλα στην γάστρα. Σκεπάζουμε και βάζουμε στον φούρνο μέχρι να μαλακώσει το κρέας, 2 – 3 ώρες.
Στα μέσα του ψησήματος γυρνάμε το κρέας ώστε να βρεθούν όλες οι πλευρές του στους χυμούς του φαγητού. Όταν είναι έτοιμο το βγάζουμε απο τον φούρνο, πετάμε την δάφνη και με τρυπητό κουτάλι βγάζουμε σ’ ένα πιάτο την σέλερι και τα καρρότα. Βγάζουμε το κρέας απο την γάστρα και το κρατάμε στην άκρη ζεστό. Δυαλύουμε το αλεύρι με νερό ώστε να γίνει χυλός, χωρίς να σβολιάσει. Χύνουμε σιγά σιγά τον χυλό στην γάστρα με τους χυμούς της ανακατεύοντας συνέχεια. Το αφήνουμε να πάρει βράση, χαμηλώνουμε την φωτιά και σιγομαγειρεύουμε για 5 περίπου λεπτά.
Σερβίρουμε κομμένο σε λεπτές φέτες με την σάλτσα του. Σερβίρει 8

========οοοοοοοο========οοοοοοοο========οοοοοοοο========

Robin McLaurin Williams was born on a day like today, 21 July, 1951. I believe there is no point in me introducing the comedian who won the 1997 Academy Award for Best Supporting Actor and also received two Emmy Awards, seven Golden Globe Awards, two Screen Actors Guild Awards, and five Grammy Awards throughout his career and whose suicide in 2014 shocked the world.
Still, following my habit I looked to find his connection with food. The fact is that Williams knew nothing about cooking, but this doesn’t mean he did not like to eat. His one time personal chef, John Mathies, gives us the recipe for Williams’ favorite “Classic Pot Roast with Caramelized Onion Gravy” :

INGREDIENTS == One 5-pound (2.5 kg) boneless chuck roast – salt and black pepper – 2 tablespoons olive oil – 3 onions, diced – ½ cup red wine – ½ cup beef broth – 2 tablespoons tomato paste – 2 garlic cloves, crushed – 2 carrots, cut in large chunks – 2 stalks celery, cut in large chunks – 2 bay leaves – 3 tablespoons flour – ¼ cup water
METHOD == Preheat oven to 325 degrees. Trim beef of excess fat; if necessary, cut into four even pieces to fit better in your cooking vessel. Season meat with salt and pepper.
Heat oil in a large, deep pan or Dutch oven over high heat until hot but not smoking. Brown meat well on all sides, about 2 to 3 minutes per side, and remove to a plate when done.
Turn down heat to medium-high; add onions and sauté until well browned and caramelized, scraping up all the browned bits from the pan. Add wine, broth, tomato paste, garlic, vegetables and bay leaves. Return meat to the pan, and bring to a boil. Cover and place in preheated oven. Cook until meat is very tender, about 2 to 3 hours. Halfway through cooking, turn meat over so all surfaces spend time in the liquid. When done, remove from oven, discard bay leaves, and remove celery and carrot with a slotted spoon to a dish; reserve. Take meat from pot, and keep warm. Mix up the flour and water to make a smooth slurry. Whisking constantly, drizzle slurry into the sauce and bring to a boil. Reduce the heat, and simmer sauce 3 to 5 minutes to thicken and cook out flour taste. Adjust the seasoning. Serve pot roast sliced, with vegetables and gravy. Makes 8 servings.

πηγή: http://savannahnow.com/bluffton-news/2014-08-23/celebrate-remarkable-life-pot-roast-recipe-was-robin-williams-favorite


Ο Eugène Henri Paul Gauguin γεννήθηκε μια μέρα σαν σήμερα πριν 169 χρόνια, στις 7 Ιουνίου 1848. Περιγράφοντας τον εαυτό τους ως “βάρβαρο”, υπήρξε μια ψυχή τυραννισμένη με μεγάλο ταλέντο, που ποτέ δεν κατάφερε να συμβιβαστεί με την Παριζιάνικη ζωή της εποχής του. Στα 35 του παράτησε την καριέρα του χρηματιστή που είχε ξεκινήσει για να αφοσιωθεί στην ζωγραφική. Η αγάπη του για περιπέτεια – η “φαγούρα για το άγνωστο”, όπως έλεγε- του δημιούργησε την αγάπη για τον “πρωτόγονο” τρόπο ζωής.
Το 1891 μπαρκάρησε για την Ταϊτή ελπίζοντας να βρεί νέα έμπνευση. Την βρήκε ζώντας σε μια καλύβα σ’ ένα μικρό χωριό, σ΄ένα τοπίο με χρώματα που δεν είχε ξαναδεί.
Ο Γκωγκέν ζωγράφιζε συχνά θέματα με φαγητό, καθώς ονειρευόταν ένα τροπικό παράδεισο όπου θα μπορούσε να ζήσει “με ψάρι και φρούτα”. Στα 1900 παρέθεσε ενα μεγάλο συμπόσιο στην Ταϊτή και ζωγράφισε μια σειρά απο μενού. Εκεί φαίνονται διάφορα πιάτα που ανακατεύουν την Γαλλική κουζίνα μ’ αυτήν της Ταϊτής. Οι καθημερινές του σημειώσεις περιγράφουν απλά φαγητά με τοπικά προϊόντα που του άρεσαν πολύ – λαχανικά, ψάρι, φρούτα.
Ο Γκωγκέν παραμένει ένας απο τους σημαντικότερους ζωγράφους όλων των εποχών. Πρόσφατα, το πορτραίτο δυο κοριτσιών της Ταϊτής “Nafea Faa Ipoipo”, που ζωγράφισε στα 1892, πουλήθηκε για $300.000.000
Παραθέτω μια συνταγή της Ταϊτής που σίγουρα θα είχε δοκιμάσει ο Γκωγκέν.

E’ia Ota – Ωμό ψάρι
ΥΛΙΚΑ– 500 γρ. φρέσκος τόνος – 4 φλυτζάνια κρυο νερό – αλάτι, πιπέρι – 3/4 φλυτζάνι χυμός λάιμ – 3/4 γάλα καρύδας
Συμπληρωματικά αν και όσο θέλετε: καρότο ξυσμένο στον τρίφτη – αγγούρι, ξεσποριασμένο, σε κύβους – φρέσκο κρεμμυδάκι σε ροδέλες – τομάτα, ξεσποριασμένη, σε κύβους και ζουλιγμένη σ’ ένα τουλουπάνι για να φύγουν τα πολλά υγρά της
ΟΔΗΓΙΕΣ– Τεμαχίζουμε το ψάρι σε κύβους περίπου 2.5 εκ. Τοποθετούμε σε κρύο νερό να το σκεπάζει (προσθέτουμε λίγα παγάκια αν δεν είναι κρύο το νερό), αλατίζουμε. Τα αφήνουμε για 20 περίπου λεπτά.
Στραγγίζουμε το ψάρι και το στεγνώνουμε με χαρτί κουζίνας. Σ΄ένα μπωλ το βουτάμε σε χυμό λάιμ και το αφίνουμε να μαριναριστεί για 20 περίπου λεπτά, ανακατεύοντας πότε πότε. Ενώ μαρινάρεται το ψάρι ετοιμάζουμε τα λαχανικά, όποια θέλουμε ή και όλα απο τα παραπάνω. Πετάμε τον χυμό του λάιμ και βάζουμε πάλι το ψάρι στο μπώλ, προσθέτουμε τα λαχανικά και το γάλα της καρύδας και ανακατεύουμε. Αλατοπιπερώνουμε και το βάζουμε στο ψυγείο για περίπου 20 -30 λεπτά.
Σερβίρουμε κρύο με μερικά έξτρα λαχανικά.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

Eugène Henri Paul Gauguin was a self-described “barbarian”, born on a day like today 169 years ago, on 7 June 1848. A tortured and gifted soul who was never able to settle into the life of 19th century Paris. At the age of 35 he left a career as a stock broker to pursue his passion, painting. His constant desire for adventure, which he referred to as his “terrible itching for the unknown,” left him with a fondness for the “primitive” lifestyle.
In 1891 he set sail for Tahiti in hopes of finding new inspiration and parting ways with the conventional French way of life. Living in a hut in a small village provided him with the scenery he needed. The colors of the South Pacific were like none he’d ever seen, and his paintings reflected the lush surroundings of his new home.
Gauguin painted images of food throughout his life, and he dreamed of living in a tropical paradise where he could “live on fish and fruit.” 1900 Gauguin hosted a banquet in Tahiti and created a series of illustrated menus for it, which were recently sold at various art auctions. The drawings feature menus that appear to combine both French and Tahitian fare. His day-to-day journals describe simple meals of vegetables, fish and fruit, no fancy pastries or complicated side dishes, just simple fare.
Gauguin remains one of the most influential artists of all time. An 1892 portrait of two Tahitian girls titled “Nafea Faa Ipoipo” recently sold for close to $300 million, one of the highest prices paid for a single piece of art.
Here is a Tahitian recipe. I am sure that at some point or other made her way to Gaugin’s table.

E’ia Ota – Poisson Cru
INGRIDIENTS — 1 pound fresh, sushi-grade fish; ahi tuna, yellowfin tuna, halibut or snapper – 4 cups cold water – 2 tbsp salt, plus more for seasoning – 3/4 to 1 cup freshly squeezed lime juice
3/4 cup whole fat coconut milk (fresh is best) – Pepper to taste
Optional Ingredients: 1 large carrot, peeled and grated – cucumber, seeded and diced – 1/3 cup scallions, sliced into rings – 1 tomato, seeded and diced, squeezed in cheesecloth to remove excess liquid
DIRECTIONS — Dice the fish into 3/4 inch pieces, then cover with cold water and 2 tbsp salt (add a few ice cubes if the water is not chilled). Let the fish sit for 20 minutes. Meanwhile, squeeze your limes to juice them.
Drain the fish and pat it dry. Submerge the fish in fresh lime juice; you will need between 3/4 cup and 1 cup to cover. Let the fish marinate, stirring occasionally, for 15-30 minutes. While fish is marinating, prepare your vegetables. You may use any or all of the vegetables listed above;
reserve a little of each on the side for garnish.
Marinate the fish until the edges are opaque and the center of each piece is still pink. Drain the lime juice, then return the fish to the bowl. Stir in the fresh vegetables and coconut milk. Season with salt and pepper to taste. Allow the mixture to marinate in the refrigerator for 15-30 minutes.
Serve cold garnished with fresh vegetables.


Υπάρχουν κάποια βιβλία που μέσα στα χρόνια τα κατεβάζω και τα ξανακατεβάζω απο το ράφι, άλλοτε συχνά άλλοτε όχι τόσο, φυσάω την σκόνη που έχουν μαζέψει (τι πρόβλημα κι αυτό με την σκόνη στα βιβλία, ε) και τα ξεφυλλίζω. Θα διαβάσω ένα κομμάτι, μια ιστορία, κι ύστερα θα τα ξαναβάλω στην θέση τους μέχρι την επόμενη φορά. Είν’ ευκολο να τα δικρίνει κανείς φθαρμένα καθώς είναι, ξεφυλλισμένα ή με την ράχη επιδιορθωμένη απο εμένα.
Ένα απο αυτά, αρκετά ογκώδες με κόκκινη ράχη που φαίνεται να έχει υποφέρει πολλά, έχει τον μεγαλειώδη τίτλο The Illustrated Sherlock Holmes Treasury, The complete Adventures and Memoirs of Sherlock Holmes, by Arthur Conan Doyle. Στον ψευδότιτλο σημειώνεται “Εκ των της βιβλιοθήκης μου, 1972”, κι η υπογραφή μου απο κάτω.
Τα γράφω αυτά γιατί ο Sir Arthur Ignatius Conan Doyle γεννιόταν μια μέρα σαν σήμερα, 22 Μαϊου 1859, στο Εδιμβούργο. Γιατρός και συγγραφέας αν και πολυγραφότατος έμεινε στην ιστορία ως ο δημιουργός του Σέρλοκ Χόλμς οι περιπέτειες του οποίου αποτελούν ακρογωνιαίους λίθους του αστυνομικού μυθιστορήματος.
Υπήρξε σπόρτσμαν, απο τους πρώτους οδηγούς αυτοκινήτου, σκιέρ, ορειβάτης και τερματοφύλακας της Portsmouth FC. Δυό φορές έβαλε υποψηφιότητα για βουλευτής χωρίς να τα καταφέρει. Κοντά στ’ άλλα, ήταν Μασόνος, πίστευε στις νεράιδες, στην παραψυχολογία και το μεταφυσικό, στα μέντιουμ.
Πέθανε απο συγκοπή το 1930. Βρέθηκε με το ένα χέρι στην καρδιά και με το άλλο να κρατά ένα λουλούδι.
Πολύ λίγα ανακάλυψα για την σχέση του με το φαγητό. Πρώτα, πως η προσπάθειά του να καταταγεί εθελοντικά στον πόλεμο των Μπόερς απορρίφθηκε λόγω πάχους. Ε, θα ‘τρωγε, δεν θα ‘τρωγε; Κι ύστερα, απαντώντας στο “Ερωτηματολόγιο του Προύστ” τι προτιμάει να τρώει, η απάντηση ήταν “Οτιδήποτε όταν πεινώ – τίποτα όταν δεν πεινώ”. Να υποθέσουμε οτι πάντα πεινούσε;

Να τώρα κι ένα αστείο, το μόνο με τον Σέρλοκ Χολμς που ξέρω:
Μια μέρα, Χόλμς και Γουάτσον πήγαν εκδρομή. Αφού περιπλανήθηκαν στην εξοχή και ανέβοκατέβηκαν κορφές και ραχούλες σκοτίνιασε κι έστησαν την τέντα τους να κοιμηθούν.
Στη μέση της νύχτας ο Χόλμς σκουντάει τον Γουάτσον
Γουάτσον – Τι είναι, τι συμβαίνει;
Χολμς -Βλέπεις τ’ άστρα;
Γ – Γι αυτό μου χάλασες τον ύπνο; Τα βλέπω και λοιπόν;
Χ – Όταν λοιπόν βλέπεις τ’ αστρα, τι σκέφτεσαι;
Γ – Ω, τι πάθαμε βραδυάτικα… τι σκέφτομαι… να, σκέφτομαι πως είναι τόσα και τόσα εκατομμύρια που, δεν μπορεί, θα υπάρχει ζωή κάπου εκεί. Δεν είμαστε μόνοι στο σύμπαν.
Χ – Αυτό μόνο;
Γ – Αυτό, τί άλλο;
Χ – Στοιχειώδες, αγαπητέ Γουάτσον. Κάποιος μας έκλεψε την τέντα!

===============================================================

One of the most worn out, the most used books on my shelves bears the pompous title “The Illustrated Sherlock Holmes Treasury. The complete Adventures and Memoirs of Sherlock Holmes, by Arthur Conan Doyle.”
Conan Doyle, father of my favorite detective, was born on a day like today 22 May 1859. Much as I tried to find his relation to food I couldn’t find much. Only that, though he volunteered to fight in the Boer War he was not accepted because he was overweight. Also, answering the question what he eats in “Proust’s Questionnaire” he declares “anything when hungry – nothing when not”.

A little joke now, the only one with Holmes I know:
Holmes and Watson are out hiking. At the end of their wonderings in the countryside they find a nice place and set up their tent to sleep.
In the middle of the night Holmes pokes Watson.
Watson – What? What is it? What’s going on?
Holmes – Do you see the stars?
W – Is that why you woke me up? Yes, I see them, so what?
H – When you see the stars what comes to mind, what do you think?
W – Oh, dear… what do I think… I think that they are so many there must be life out there. We are not alone in the universe.
H – Is that all?
W – Yes, what else?
H – Elementary, dear Watson, our tent has been stolen!


Όσοι με διαβάζετε θα ξέρετε σίγουρα πως αρκετά συχνά αναρτώ κάποια “λίμερικ” απ΄αυτα που έχω γράψει και εικονογραφήσει. Κι έχω εξηγήσει νομίζω πως την ιδέα μου την έδωσε ο μέγας Γ. Σεφέρης, που όχι μόνο έγραψε μα και εικονογράφησε (!) το είδος αυτό της ποιητικής ανοησίας. Σκέφτηκα λοιπόν πως αφού εκείνος σχεδιάζοντας είχε μπει στα χωράφια μου ήταν θεμιτό για μένα να μπώ στα δικά του, γράφοντας ποιήματα -έστω της ανοησίας. Στο κάτω κάτω, απο ανοησίες εγω… ε;
Αφορμή γι αυτά μου δίνει η σημερινή επέτειος. Μια μέρα σαν σήμερα,12 Μαϊου 1812, γεννιόταν ο εμπνευστής του “λίμερικ” Edward Lear. Ζωγράφος, εικονογράφος, μουσικός, συγγραφέας και ποιητής, γνωστός περισσότερο για τα ποιήματα και την πρόζα “της ανοησίας” που έγραψε, και ιδιαίτερα τα λίμερικ.
Έζησε πολλά χρόνια στην Ευρώπη και μάλιστα τα βήματά του τον έφεραν κάποια στιγμή να περιοδεύει την Νότια Ελλάδα. Προς το τέλος μάλιστα της ζωής του ο καλύτερος φίλος του ήταν ο Γιώργης, ο Σουλιώτης μάγειράς που σύμφωνα με τον Lear ήταν “ένα πιστός φίλος μα τελείως αναξιόπιστος μάγειρας”. Ένας άλλος καλός φίλος ήταν η γάτα του, ο Foss, που πέθανε στο San Remo το 1886 και θάφτηκε με τιμές στην Βίλλα Τέννυσον.
Παραθέτω μια “συνταγή οικιακής μαγειρικής” του “ποιητή της ανοησίας”. Δεν την έχω δοκιμάσει κι ούτε σκοπεύω να την δοκιμάσω. Την εκετελείτε με δικιά σας ευθύνη.

ΠΙΤΑ ΜΕ ΑΜΠΛΟΓΓΙΝΙΑ
Πάρε 2 κιλά (ή 2 και κάτι) φρέσκα Αμπλογγίνια και βάλε τα σ’ ένα τσουκαλάκι.
Σκέπασέ τα με νερό και βράσε τα ασταμάτητα επι 8 ώρες. Μετά, πρόσθεσε 1200 ml φρέσκο γάλα και βράσε άλλες 4 ώρες.
Όταν βεβαιωθείς πως τα Αμπλογγίνια είναι μαλακά βάλε τα σ’ ένα μεγάλο τηγάνι, αφού πρώτα τα τινάξεις καλά καλά. Τρίψε μοσχοκάρυδο στην επιφάνειά τους και κάλυψέ τα προσεκτικά με σκόνη απο μελόπιτα, κάρι και μπόλικο κόκκινο πιπέρι.
Πάρε το τηγάνι στο διπλανό δωμάτιο και βάλε το στο πάτωμα. Φέρ’ το πίσω και βάλε το να σιγομαγειρευτεί 45′. Μετά, ταρακούνησε δυνατά το τηγάνι μέχρι τα Αμπλογγίνια να πάρουν ένα ανοιχτό μωβ χρώμα.
Αφού είναι έτοιμο βάλε το προσεκτικά στον φούρνο προσθέτοντας ένα μικρό περιστέρι, 2 φέτες βωδινό, 4 κουνουπίδια και στρείδια όσα θέλεις.
Παρακολούθησε υπομονετικά καθώς η κρούστα θα φουσκώνει προσθέτωντας λίγο αλάτι πότε πότε.
Σέρβιρε σε καθαρό πιάτο και πέταξέ το απο το παράθυρο όσο πιο γρήγορα μπορείς.

===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===

Those of you who visit this blog should be familiar with the limericks that I post every now and then. And I have explained, I believe, that the idea to write and illustrate limericks was given to me by the limericks of the great Greek poet and Nobel Prize laureate Giorgos Seferis. I thought that if he could trespass my domain of drawing then I had every right to trespass on his domain of poetry -especially so on the poetry of nonsense.
Today then is the birthday, 12 May 1812, of Edward Lear, the father of “complete nonsense”.
He lived for many years in Europe and at some point his travels brought him even to Greece. In the last years of his life his best friend was Giorgos his Greek cook who, according to Lear, was “a trustworthy friend but not a cook to be trusted”.
I give you a recipe of “home cooking” by the poet of nonsense. I have neither tried it nor do I intend to.

TO MAKE AN AMBLONGUS PIE.
Take 4 pounds (say 4-1/2 pounds) of fresh Amblongusses, and put them in a small pipkin.
Cover them with water, and boil them for 8 hours incessantly; after which add 2 pints of new milk, and proceed to boil for 4 hours more.
When you have ascertained that the Amblongusses are quite soft, take them out, and place them in a wide pan, taking care to shake them well previously.
Grate some nutmeg over the surface, and cover them carefully with powdered gingerbread, curry-powder, and a sufficient quantity of Cayenne pepper.
Remove the pan into the next room, and place it on the floor. Bring it back again, and let it simmer for three-quarters of an hour. Shake the pan violently till all the Amblongusses have become of a pale purple color.
Then, having prepared the paste, insert the whole carefully; adding at the same time a small pigeon, 2 slices of beef, 4 cauliflowers, and any number of oysters.
Watch patiently till the crust begins to rise, and add a pinch of salt from time to time. Serve up in a clean dish, and throw the whole out of window as fast as possible.


Johann Christoph Friedrich von Schiller, Γερμανός ποιητής, φιλόσοφος, ιστορικός. Θεωρείται ο σημαντικότερος κλασσικός θεατρικός συγγραφέας της Γερμανίας.
Πέθανε μια μέρα σαν σήμερα 9 Μαϊου 1805.
Τό έχω ξαναπεί και θα το ξαναλέω πως το να δοθεί το όνομα κάποιου σ’ ένα φαγητό ή γλυκισμα είναι δείγμα μεγαλωσύνης – έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται εμένα. Ο Σίλερ λοιπόν δεν θα μπορούσε να απουσιάζει απο από εκείνη την παρέα .
Στην Αυστρία, ένα πολύ δημοφιλές γλύκισμα έχει το περίεργο όνομα Schillerlocken – Οι μπούκλες του Σίλερ- που δεν είναι άλλο απο αυτό που στην Ελλάδα αποκαλούμε με το Γαλλοειδές όνομα “κορνέ”. Ένας κώνος απο σφολιάτα παραγεμισμένος με κρέμα ή μαρένγκα ή με κάποια απο τις πολλές και διάφορες παραλλαγές.
Λέγεται πως ή αφορμή για την δημιουργία του γλυκίσματος αυτού δόθηκε απο ένα πορτρέτο του Σιλλέρ απο τον Anton Graff. Το πορτρέτο που βρίσκεται τώρα στο Kügelgenhaus της Δρέσδης έγινε αντικείμενο αντιγραφής και διαδόθηκε ευρέως ως χαραχτικό. Οι χρυσαφιές μπούκλες του Σίλερ οδήγησαν στην καθιέρωση της ονομασίας του γλυκίσματος στην λαϊκή συνείδηση.
Στην Γερμανία όμως το ίδιο όνομα, Schillerlocken, ανήκει σ’ ένα πιάτο απο καπνιστή κοιλιά σκυλόψαρου. Τρέχα γύρευε μα, αν με ρωτάτε, προτιμώ την Αυστριακή εκδοχή.
Δεν θα μπορούσα να κλείσω χωρίς μια “en passant” αναφορά στην μπαλάντα του Σίλερ Der Kampf mit dem Drachen – Η πάλη με τον δράκο. Η μπαλάντα αποτέλεσε αντικείμενο ανταλλαγής απόψεων με τον άλλο μεγάλο, τον Γκαίτε, και πρωτοδημοσιεύτηκε το 1799. Αντικείμενό της είναι η νικηφόρα μάχη του μετέπειτα Μεγάλου Μάγιστρου της Ρόδου ντε Γκοζόν με τον δράκο που τρομοκρατούσε τότε το νησί.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

Johann Christoph Friedrich von Schiller German poet, philosopher, physician, historian, is considered by most Germans to be Germany’s most important classical playwright. He died on a day like today, 9 May 1805.
I’ ve said it before and will say it again that to give a person’s name to a dish or desert is a sign of greatness -or at least this is how I feel. If this is so, Schiller could not be absent from that gang of great people.
In Austria, there is a very popular confection with the strange name “Schillerlocken” – Schiller’s Curls. It consists of a cone or tube of pastry, often filled with whipped cream or meringue. Also called foam rollers, they are a bags or roll-shaped puff pastry, which is sweetened with whipped cream or meringue, or sometimes filled with an unsweetened cream puree.
Schillerlocken, the name for the pastry, goes back to Anton Graff’s Portrait of Friedrich Schiller. The portrait shows poet Friedrich Schiller with his blond curls in relatively casual pose sitting at a table. This portrait, which is now located in Dresden in the Kügelgenhaus, was often copied and found widespread use as a copper engraving, which led to the emergence of the naming of the pastry in popular culture.
Strangely enough in Germany, Schillerlocken refers to smoked dogfish belly flaps. As far as I am concerned I would much rather have the Austrian version.
A propos I cannot but make a small note of Schiller’s ballad “Der Kampf mit dem Drachen”, the fight with the dragon. This ballad became the subject of an opinion exchange between the poet and the other great one, Goethe. It was published in 1799 and its subject is the victorious battle of the future Grand Master of Rhodes Dieudonné de Gozon with the dragon that was ravaging the country side at the time.