Πριν λίγες μέρες έπεσε στα χέρια μου μέσω FB μια ξεθωριασμένη φωτό. Την είχε αναρτήσει ο φίλος Κ. Παπασταμάτης και τώρα την ξανα-αναρτώ εγώ.
Ήταν το 1981. Ένα μάτσο βετεράνοι και πολύ-βετεράνοι του ροδίτικου μπάσκετμπολ, αντιμέτωποι με μια ομάδα Αμερικάνων απο κάποιο καράβι του 6ου Στόλου.
Περιττό να πω πως ο πιο όμορφος, εκείνος με την κίτρινη φόρμα του Δωριέα, δεν είναι άλλος απο τον γράφοντα. Ένας ένας τώρα:
ΟΡΘΙΟΙ-Ορ. Παυλίδης (διαιτητής), Αντ. Φραγκεσκάκης, Βαγγ. Παυλίδης, Βασ. Κουγιός, Αντ. Μπρόκος, Σωτ. Αρφαράς, Γ. Ματσαμάς, Δημ. Κουνελές (διαιτητής μάλλον, αλλά γιατί;)
ΓΟΝΑΤΙΣΤΟΙ – Στ. Ηρακλείδης, Παν. Παπασταμάτης, Βασ. Βογιατζής, Νικητ. Γεροντούδης.
Όλοι τότε κοντά στα 40 -λίγο πάνω, λίγο κάτω- απ’ όλες τις τότε ομάδες της Ρόδου, τον Διαγόρα, τον Δωριέα, τον ΑΟΝ, τον Κολοσσό… Κάποιους τους βλέπω πότε πότε και λέμε μια “γειά” κι ανταλλάσουμε ίσως και κάποια πειράγματα για τις “μάχες” του παρελθόντος. Άλλους έχω πολύ καιρό να τους δω κι είναι και κάποιοι που μας έχουν αφήσει για πάντα.
Και μια και μιλάμε για παρελθόν αναρτώ ακόμα δυο φωτό, δικές μου (περιμένω τα ανάλογα Φατσομπουκικά σχόλια του τύπου “θεός”, “κούκλος”, “θεάρα”, “ουάου”, κλπ. κλπ.)


Το καλοκαίρι μπήκε με φόρα. Αφόρητη η ζέστη σήμερα (Σάββατο) με 38 C στην σκιά και χωρίς πνοή αέρα. Όλα τα παράθυρα ανοιχτά μπας και κάνει λίγο ρεύμα, ανεμιστήρες εδώ κι εκεί. Ο Μαύρος χωμένος κάτω απο τους ασκινούς που κρατάνε ακόμα λίγη υγρασία απο το χθεσινό πότισμα και οι γάτες ξάπλα στις υγρές πλάκες τις βεράντας. Παλιοκατάσταση κι έρχονται και χειρότερα, λέει.
Πού διάθεση για σκίτσα και σχόλια!… Μόλις όμως άρχισε να γέρνει ο ήλιος καβαλήσαμε με τη Νοομι την Ματθίλδη (μηχανή για όσους δεν γνωρίζουν, και μην πάει ο νους στο κακό) και φουλάραμε κατά τον νοτιά να μας φυσίξει λίγο το τεχνιτό αεράκι που φτιάχνει η μηχανή. Καταλήξαμε στο Πλημμύρι – παρα θιν’ αλός, για όσους πάλι δεν γνωρίζουν. Ούζο δροσερό, χταπόδι στα κάρβουνα και λίγα λόγια καθώς παρακολουθούσαμε τα χρώματα να αλλάζουν σε στεριά και θάλασσα. Το ηλιοβασίλεμα να γίνεται όλο και πιο σκούρο κοκκινόχρυσο μέχρι που έφτασε η “μπλε ώρα”. Όλα, γη και θάλασσα, σε μύριες παραλαγές του μπλέ που όλο και σκουραίνανε καθώς κατέβαινε το σκοτάδι. Και τότε άρχισε να λάμπει σαν καθρέφτης η θάλασσα, σαν λυωμένο ασήμι, ενώ ο κόλπος και η παραλία γίνονταν όλο και πιο σκοτεινά.
Και νά σου τα ούζα κι ύστερα, όταν πια είχε σκοτεινιάσει, ήρθε κι η ψιλοκουβέντα για τούτο και για κείνο και τύχανε και κάποιο παλιόφιλοι σ’ ένα διπλανό τραπέζι μέχρι την ώρα να καβαλήσουμε και πάλι την Ματθίλδη. Κι ευτυχώς που η Ματθίλδη γνωρίζει καλά τον δρόμο για το σπίτι, αρκεί να της ψιθυρίσεις πού θέλεις να πας. Και μας πήγε… και τώρα γράφω.


Δημοσιεύτηκε πρόσφατα η προκύρηξη ενδιαφέροντος συμμετοχής στο 2ο Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ρόδου.
Έγραφα πέρσι τέτοια εποχή οτι θα περίμενε και θα επιθυμούσε κανείς τέτοιου είδους πολιτιστικές εκδηλώσεις να πηγάζουν ως ιδέες και ως υλοποίηση απο κάποια απο τις διάφορες βαθμίδες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η στήριξη και η ανάδειξη του πολιτισμου, της ντόπιας πολιτιστικής παραγωγής είναι όχι απλά αρμοδιότητα μα και καθήκον τους. Αντίθετα όμως, χρειάστηκε η ιδιωτική πρωτοβουλία, το όραμα ενός ανθρώπου -για τον Τάκη Βούη λέω- για να πραγματοποιηθεί κάτι που πολλά χρόνια τώρα οι διάφορες αρχές δεν σκέφτηκαν, αδιαφόρισαν ή δεν θέλησαν να κάνουν.
Η ανάγκη της δημιουργίας μόνιμων πολιτιστικών θεσμών συζητιέται χρόνια τώρα, χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού, αν με ρωτάτε, πολιτισμός δεν είναι η μια ή δυο ή τρείς παρουσίες κάποιων καλλιτεχνών κάθε καλοκαίρι, όσο καλοί και ευπρόσδεκτοι να είναι αυτοί. Ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στην τέχνη, είναι τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς, καθημερινός τρόπος ζωής τελικά, η καθημερινή συμμετοχή στην αναβάθμιση του συλλογικού πολιτιστικού επιπέδου και της κοινωνικής συνείδησης.
Και τέλος, έτσι στα γρήγορα, η στήριξη, η προβολή και προώθηση των ντόπιων καλλιτεχνών -και ιδιαίτερα των νέων- θα έπρεπε να αποτελεί πρωτεραιότητα των τοπικών αρχόντων και αρχών.
Είμαστε βέβαιοι πως με την περσινή εμπειρία -κάθε αρχή και δύσκολη,ε – το φετινό φεστιβάλ θα είναι ακόμα καλύτερο. Ας το στηρίξουμε με την συμμετοχή μας και μ’ οποιον άλλον τρόπο ο καθένας μας μπορεί. Το αξίζει.



15 Ιουνίου 1927, μια μέρα σαν σήμερα, γεννιόταν ο Hugo Eugenio Pratt. Δημιουργός κόμικ γνωστός για τις ολοζώντανες ιστορίες του που πολλές απ’ αυτές βασίζονται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Ο Πρατ έκανε εκτεταμένες έρευνες όχι μόνο για το κείμενο αλλά και τις εικόνες του και μερικοί απο τους ήρωές του είναι πραγματικά πρόσωπα. Γνωστότερος ήρωάς του είναι ο Corto Maltese.
Το 2005 ο Πρατ θα πάρει την θέση του στο Will Eisner Award Hall of Fame
Αυτό που ίσως δεν γνωρίζετε είναι πως το 1921 ο Corto Maltese θα ξεκινήσει την προσπάθεια να βρεί τον θυσαυρό του Κύρου που είχε πέσει στα χέρια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το φθινόπωρο του 1922 τα ταξείδια του θα τον φέρουν, πού αλλού, στην Ρόδο, όπου αποκτα και φίλη, την Κασσάνδρα που θα τον κρύψει στο σπίτι της. Τον Νοέμβριο θα περάσει στην απέναντι Μικρασιατική ακτή και τον Δεκέμβρη θα φτάσει στα Άδανα. Στο τέλος της περιπέτειας ο Κόρτο και ο Ρασπούτιν (!) φτάνουν στο Αφγανιστάν όπου για μια φευγαλέα στιγμή θα δούν τον θυσαυρό που γυρεύουν.

Η εικόνα είναι απο το βιβλίο La Maison dorée de Samarkand

==============================================

Hugo Eugenio Pratt was born on a day like today, 15 June 1927. A comic book creator known for combining strong storytelling with real historical eras and with real events. Pratt did exhaustive research for factual and visual details, and some characters are real historical figures or loosely based on them. His best known character is Corto Maltese.
was inducted into the Will Eisner Award Hall of Fame.
What you might not know is that in 1921 Corto Maltese and for about a year, Corto Maltese goes in search of the treasure of Alexander the Great. On September 1922 his quest will bring him to Rhodes where befriends a Rhodian girl, Cassandra, who will help and shelter him in her home. In November the same year he will cross over to Asia Minor and eventually he will reach Afghanistan. There, with his friend Rasputin (!) he will have a glimpse of the treasure he was after.

The picture is from the book La Maison dorée de Samarkand


Εδώ και δεκαετίες κάθε χρόνο τέτοια εποχή βλέπουν την δημοσιότητα πανομοιότυπες σχεδόν δηλώσεις Δημοτικών παραγόντων οτι τώρα ευπρεπίζεται η πόλη, καθαρίζονται πάρκα και παραλίες, συμαζεύεται η (ασημάζευτη) Παλιά Πόλη, μαζεύονται σκουπίδια και δεν ξέρω τι άλλο. Κι όλα αυτά επειδή, λέει, έρχονται οι τουρίστες. Έτσι μας λένε και τώρα.
Πολύ ωραία! Μόνο να χαίρεται μπορεί κανείς με τον ευπρεπισμό της πόλης. Και όλοι συμφωνούμε πως πρέπει να προσέχουμε τους επισκέπτες μας αφού έτσι που τα καταφέραμε ο τουρισμός απόμεινε να είναι ή μόνη μας “βιομηχανία” και πηγή εισοδήματος, έστω και εποχιακά. Αυτό όμως που παραξενεύει και, ομολογώ, με ενοχλεί είναι που όλα αυτά τα ωραία και καλά γίνονται επειδη όπως μας λένε έρχονται οι τουρίστες. Κι εγώ; Εσείς; Εμείς; Εμείς οι μόνιμοι κάτοικοι δεν χρειαζόμαστε μια καθαρή πόλη; Δεν χρειαζόμαστε ένα ωραίο πάρκο, μια καθαρή παραλία, καθαρούς σκουπιδοτενεκέδες, ένα πεζοδρόμιο χωρίς τραπεζοκαθισματοαυτοκινητομηχανακοσκουτεράκια;
Είναι απογοητευτικό να ακούει κανείς απο την ίδια την Δημοτική του Αρχή πως η όποια φροντίδα είναι για χάρη κάποιου άλλου και μόνο απο σπόντα αγγίζει κι εμάς.
Θα αντιστρέψω λοιπόν αυτήν την “σπόντα”. “Κοντά στον βασιλικό ποτίζεται κι η γλάστρα”, όπου όμως “βασιλικός” πρέπει να είμαστε εμείς και “γλάστρα” οι τουρίστες κι όχι αντίστροφα. Εάν η πόλη μας ήταν πάντα περιποιημένη ΓΙΑ ΜΑΣ θα ήταν το ίδιο περιποιημένη και για τους τουρίστες. Και δεν θα χρειαζόντουσαν οι θριαμβευτικές, οι κατ’ έτος εποχιακές εξαγγελίες που λόγω επανάληψης έχουν καταντήσει ανούσιες και βαρετές.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

About this time every year it has become customary for the Municipality to announce that no effort is being spared to tidy up the city, to clean up parks and beaches, to put some order to the Old Town e.tc. e.t.c. because, we are told, the tourists are coming.
That’s fine! One can only be happy for the improvement of the city’s image and, of course, we all agree that we should take care of our visitors since we have managed to make tourism our only “industry”, our only source of income if only seasonal. What seems strange and, I admit, makes me angry is that that the reason for all this is the tourists. And how about me? How about you, how about US? Don’t we, the inhabitants of the city, need and deserve clean parks and beaches, empty garbage bins and pavements free of all sorts of bikes, motor bikes, chairs and tables and scooters?
It is disappointing to hear from our own municipality that all that care is for the benefit of someone else and that it only affects us as a side effect. Well, I’d like to see that relation reversed: let’s keep the city clean and tidy all year round. It would  then be clean and tidy for our visitors as well and – also important -we would be spared the pompous and meaningless announcements of the municipality.