Μια μέρα σαν σήμερα, 19 Οχτωβρίου 1745, πέθαινε ο Jonathan Swift, ο σπουδαιότερος σατιρικός συγγραφέας στα Αγγλικά γράμματα, σύμφωνα με την Encyclopedia Britannica. Έξω απο των αγγλοσαξωνικό κόσμο σήμερα, τον θυμόμαστε κυρίως απο “Τα ταξείδια του Γκιούλιβερ”.
Απο τα κλασσικά έργα της Αγγλικής λογοτεχνίας μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, μεταφέρθηκε στην οθόνη, κακοποιήθηκε απο τον κακοποιό της κλασσικης λογοτεχνίας Ντίσνεϋ. και έγινε βιβλίο για παιδιά, ενώ δεν είναι παρά μια καυστική σάτιρα της ανθρώπινης φύσης. Σε γράμμα του στον Σούιφτ, ο John Gray θα πει: “Διαβάζεται απο όλους, απο το υπουργικό συμβούλιο μέχρι το νηπιαγωγείο”.
Προσπάθησα να βρώ τι μπορεί να μαγείρευε και τι να έτρωγε ο μεγάλος σατιρικός, χωρίς όμως επιτυχία. Αυτό όμως δεν σημαίνει οτι δεν ασχολήθηκε με την μαγειρική, αν και με τον δικό του ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο. Στα 1729 δημοσέυσε το (μεταφράζω τον τίτλο) “Μια ταπεινή πρόταση ωστε τα παιδιά των φτωχών να μη γίνονται βάρος στους γονείς και την πατρίδα τους κάνοντάς τα επωφελή στο κοινό”. Γνωστό απλά ως “A modest proposal”, πρόκειται για μια σάτιρα όπου με σκόπιμα ανατριχιαστικά επιχειρήματα ο Σούιφτ προτείνει πως για να ξεφύγουν απο την φτώχια οι Ιρλανδοί θα μπορούσαν να πουλάνε τα παιδιά τους στους πλούσιους για τροφή.
Στην Αγγλική λογοτεχνία, η έκφραση “a modest proposal” αναφέρεται γενικά στην απροκάλυπτη και ωμή σάτιρα αυτού του είδους και χρησιμοποιείται ως εξαιρετική εισαγωγή στην χρήση της επιχειρηματολογίας. Επιτρέψτε μου την (πρόχειρη) μετάφραση ορισμένων αποσπασμάτων:
“Το θέαμα των θυλικών ζητιάνων που ακολουθούμενες από τρία και τέσσερα ή κι έξη παιδάκια γεμίζουν τους δρόμους και τις καλύβες, προκαλεί μελαγχολία σε όσους ταξιδεύουν στην μεγάλη αυτήν πόλη ή την χώρα (ΣΣ Ιρλανδία)… Πιστεύω πως όλοι συμφωνούμε πως αυτός ο καταπληκτικός αριθμός παιδιών στην αγκαλιά ή την πλάτη ή που τρέχουν πίσω απο την μάνα τους, ή και τους πατεράδες τους, αποτελεί σοβαρό και πρόσθετο πρόβλημα στην τωρινή κακή κατάσταση του βασιλείου… και συνεπώς όποιος βρεί μια έντιμη και φτηνή μέθοδο να κάνει τα παιδιά αυτά χρήσιμα στην Κοινοπολιτεία μας θα άξιζε να του ανεγείρουν άγαλμα ως σωτήρα του έθνους… Σ’ ό,τι με αφορά, αφού επι πολλά χρόνια έχω βασανίσει στο μυαλό μου το σημαντικό αυτό θέμα, θεωρώ τις μέχρι τώρα προτάσεις λαθεμένες… και τώρα θα παραθέσω ταπεινά τις δικές μου απόψεις: Ενας πολυμαθής Αμερικάνος φίλος με διαβεβαίωσε πως ένα μικρό υγιές και καλοθρεμένο παιδάκι, ηλικίας ενός έτους, αποτελεί γευστικότατη και θρεπτική τροφή, είτε κοκκινιστό, ψητό ή βραστό και, προσθέτω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα είναι εξ ίσου καλό ως φρικασέ ή ραγού. Βάζω λοιπόν στην κρίση σας τα παρακάτω: απο τις 120.000 παιδάκια του είδους, όπως έχει υπολογιστεί, 20.000 μπορούν να κρατηθούν για αναπαραγωγή, όπου το ένα τέταρτο θα είναι αρσενικά, αναλογία δηλαδή μεγαλύτερη απ΄ότι επιτρέπουμε για κατσίκες και πρόβατα… Τα υπόλοιπα 100.000 μπορούν να προσφερθούν προς πώληση σε όλο το βασίλειο, σε άτομα κοινωνικής προβολής και με περιουσία, συμβουλεύοντας την μητέρα να τα θηλάσει καλά τον τελευταίο μήνα ώστε να γίνουν τρυφερά και παχουλά, κατάλληλα για ένα καλό τραπέζι. Ένα παιδάκι είναι αρκετό για δυο πιάτα σ’ ενα δείπνο με φίλους ή, αν η οικογένεια είναι μόνη, το μπρός και πίσω τέταρτο κάνει ένα αρκετά καλό φαγητό και, με λίγο αλάτι και πιπέρι, θα είναι θαυμάσιο βραστό την τέταρτη μέρα, ειδικά τον χειμώνα.
Εχω υπολογίσει πως, χοντρικά, ένα νεογέννητο ζυγίζει 5.5 κιλά και αν τραφεί σχετικά καλά στο τέλος του ηλιακού έτους θα ζυγίζει 10.800 κιλά. Βέβαια, τέτοιου είδους τροφή θα κοστίζει ακριβά και κατά συνέπεια θα προορίζεται για λόρδους και γεωκτήμονες οι οποίοι, καθώς έχουν ήδη καταβροχθίσει τους γονείς, φαίνεται να έχουν αποχτίσει δικαιώματα και πάνω στα παιδιά…”
Εδώ, καλέ αναγνώστη, σε αφήνω κι αν σου πέσει στα χέρια το “A modest proposal”, διάβασέ το. Αξίζει τον κόπο με το παραπάνω.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

Jonathan Swift died on a day like today, 18 October 1745. He is regarded by the Encyclopædia Britannica as the foremost prose satirist in the English language. Outside the English speaking world he is mainly remembered for his Gulliver’s Travels. The book became popular as soon as it was published. John Gay wrote in a 1726 letter to Swift that “It is universally read, from the cabinet council to the nursery.” Since then, it has never been out of print.
I tried to find what was Swift’s favorite food or if he liked to cook and what, but in vain. Still he did write about food, in his own way: “A Modest Proposal for Preventing the Children of Poor People From Being a Burthen to Their Parents or Country, and for Making Them Beneficial to the Publick”, commonly referred to as A Modest Proposal, is a essay written and published anonymously by Jonathan Swift in 1729. Swift suggests that the impoverished Irish might ease their economic troubles by selling their children as food for rich gentlemen and ladies. This satirical hyperbole mocks heartless attitudes towards the poor, as well as Irish policy in general. In English writing, the phrase “a modest proposal” is now conventionally an allusion to this style of straight-faced satire.


“Κίκουέκ”, είπα, “τι νομίζεις, μπορούμε να φάμε κι οι δυό μας βραδυνό με ένα στρείδι;”
Όμως, μια ζεστή ορεκτική άχνα απο την κουζίνα διέψευσε την μίζερη προοπτική. Κι όταν ήρθε μέσα η αχνιστή σούπα, το μυστήριο διαλύθηκε απολαυστικά. Ω, αγαπημένοι φίλοι! ακούστε με. Ήταν φτιαγμένη με μικρά ζουμερά στρείδια, ίσα ίσα μεγαλύτερα απο ένα φουντούκι, ανακατεμένα με κοπανισμένη γαλέτα του πλοίου και παστό χοιρινό κομμένο σε λεπτές φέτες. Ήταν εμπλουτισμένη με βούτυρο και μπόλικο πιπέρι και αλάτι.
“Moby Dick”, Herman Melville

Ίσως το όνομα Χέρμαν Μέλβιλ να μή λέει πολλά σε πολλούς. Σίγουρα όμως όλοι ξέρουμε τον “Μόμπι Ντικ”. Κι αν δεν έχουμε διαβάσει το ογκώδες αυτό βίβλίο ίσως να έχουμε δει τον αξέχαστο Gregory Peck στον ρόλο του πλοιάρχου Άχαμπ. Ο Herman Melville, συγγραφέας και ποιητής, γεννήθηκε μια μέρα σαν και σήμερα, 28 Σεπτεμβριου 1891. Είναι γνωστότερος για το Moby-Dick και το Typee, εμνευσμένα απο την εμπειρία του στην θάλασσα ως απλός ναύτης.
Ο Μέλβιλ και το “Μόμπυ Ντικ” μου δίνουν την αφορμή να ασχοληθώ και με την αγαπημένη μου μαγειρική. Δεν ήμουν εκεί για να δοκιμάσω την σούπα του Queequeg μα μου ακούγεται θαυμάσια! Είναι μια σούπα με θαλασσινά και λαχανικά που γίνεται πυχτή με θρυματισμένες γαλέτες ή κράκερς. Πατρίδα της σούπας είναι η Νέα Αγγλία, απο την Βοστώνη και πάνω. Έχω κάνει στην Νέα Αγγλία, στο Maine, στα λιμάνια όπου κείτονται ακόμα τα κουφάρια των φαλαινοθηρικών, και μπορώ να διαβεβαιώσω πως η παραδοσιακή “chowder” στις διάφορες παραλλαγές της είναι δαχτυλογλυφτική. Εκεί, γίνεται με στρείδια και πατάτες κομμένες σε μικρούς κύβους, σε κρέμα και γάλα με λίγο βούτυρο.
Να λοιπόν μια συνταγή, για όσους θέλουν να δοκιμάσουν την κουζίνα ενός φαλαινοθηρικού:

ΥΛΙΚΑ
25 στρειδια ολόκληρα, με το όστρακο – 150 γρ παστό χοιρινό (πανσέτα) σε μικρούς κύβους – 2 φλυτζάνια νερό – 2 μέτριες πατάτες, σε κύβους – 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο – 1/2 κουταλάκι θυμάρι – 1/2 κουταλάκι ματζουράνα – 1/2 κουτάλι της σούπας μαϊντανό – αλάτι και πιπέρι – 1 φλυτζάνι γάλα – κράκερ ή γαλέτα θρυμματισμένη – 2 κουταλιές της σούπας βούτυρο – 2 κουταλιές της σούπας αλεύρι

Πλένουμε καλά τα στρείδια. Τα βάζουμε σε μια μεγαλούτσικη κατσαρόλα με 1 1/2 φλυτζάνι νερό. Σκεπάζουμε και σιγοβράζουμε μέχρι να ανοίξουν τα όστρακα. Βγάζουμε τα στρείδια και φυλάμε το ζουμί τους σε ξεχωριστό σκεύος.
Στην κατσαρόλα τοποθετούμε με την σειρά το χοιρινό, μετά μια στρώση πατάτες, μετά το κρεμμύδι, το θυμάρι, την ματζουράνα, τον μαϊντανό, αλατοπιπερώνουμε και προσθέτουμε μια στρώση στρείδια. Συνεχίζουμε μ’ αυτήν τη σειρά μέχρι να χρησιμοποιηθούν όλα τα υλικά.
Προσθέτουμε βραστό νερό που μόλις να καλύπτει το φαγητό. Σκεπάζουμε και σιγοβράζουμε για μισή περίπου ώρα, χωρίς να ανακατέψουμε. Προθέτουμε το γάλα και τα κράκερ και βράζουμε άλλα δέκα λεπτά.
Λυώνουμε το βούτυρο σε μέτρια φωτιά και προσθέτουμε το αλεύρι ανακατεύοντας για να μη σβωλιάσει. Προσθέτουμε λίγο απο το ζουμί των στρειδιών, ανακατεύουμε καλά και το προσθέτουμε στην κατσαρόλα με την σούπα ανακατεύοντας καλά.
Σερβίρεται ζεστή με έξτρα κράκερ ή γαλέτα.

ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο

“Queequeg,” said I, “do you think that we can make out a supper for us both on one clam?”
However, a warm savory steam from the kitchen served to belie the apparently cheerless prospect before us. But when that smoking chowder came in, the mystery was delightfully explained. Oh, sweet friends! hearken to me. It was made of small juicy clams, scarcely bigger than hazel nuts, mixed with pounded ship biscuit, and salted pork cut up into little flakes; the whole enriched with butter, and plentifully seasoned with pepper and salt.”
-Moby Dick, by Herman Melville

Herman Melville, writer and poet, was born on a day like today, 28 September 1891. He is better known for his Moby Dick and Typee, inspired by his experience as a sailor.
Melville and Moby Dick give me the chance to write about mu favorite subject (after politics) -cooking.
I wasn’t there to taste Queequeg’s chowder, but it sounds great to me. I have lived in New England, in Maine, near the whaling ports where the carcasses of the old whaling ships still lie, and I can tell you that clam chowder is fingerlicking good. Here’s then the recipe, straight from the galley of a whaling ship:

Ιngredients
25 clams, whole, in shells – 1/4 lb salt pork, diced – 2 cups water – 2 medium sized potatoes, peeled and diced large – 1 onion, chopped fine – 1/2 tsp. thyme – 1/2 tsp. sweet marjoram – 1/2 Tbs. parsley – salt & pepper to taste – 1 cup milk – 3 water crackers or 2 sea biscuits, crumbled – 2 Tbs butter – 2 Tbs flour
Wash clams thoroughly. Into a rather large saucepan, pour 1 1/2 cups water, then add the whole clams. Put a lid on and simmer until the shells open. Take the opened clams out of the pot, reserving the liquid in a separate container. Any clams that do not open should be discarded.
Line the bottom of the saucepan with the diced salt pork. Now put a layer of potatoes on the salt pork, then a sprinkling of onion, thyme, sweet marjoram, parsley, salt & pepper, then a layer of clams, and continue until all the ingredients are used.
Add the water, which should be boiling and barely cover the whole. Cover and simmer for half an hour without stirring. Then add the milk and crackers, stir and cook ten minutes longer. Make a roux by melting the butter over medium heat, then stirring in the flour. Stir in a ladle or two of broth, then add the whole mix back into the chowder.
Serve hot, with extra biscuits on the side.


Μια μέρα σαν σήμερα πριν 127 χρόνια, 15 Σεπτεμβρίου 1890, γεννιόταν η Dame Agatha Mary Clarissa Christie, Lady Mallowan- η Άγκαθα Κρίστι που λέμε εμείς. Δεν μπορεί, θα την ξέρετε από τα τόσα βιβλία που έγραψε αλλά και απο τον κινηματογράφο και την TV όπου αυτά μεταφέρθηκαν.
Εμένα τώρα με ξέρετε, πώς ψάχνω για τις διαιτητικές συνήθειες των διασήμων. Αυτό έκανα και τώρα. Είναι γεγονός λοιπόν πως όλοι μας έχουμε τις γευστικές μας αδυναμίες, ξέρετε… σοκολάτες… τσιπς (σακούλες ολόκληρες)… 8 μπάλες παγωτό μαζεμένες… Η Άγκαθα Κρίστι λοιπόν, μπορεί να ήταν η παγκόσμια καλύτερη στις πωλήσεις βιβλίων της μα δεν ήταν κι αυτή χωρίς τις αδυναμίες της στο φαγητό – ήταν ερωτευμένη με την κρέμα, την κρέμα σαντιγύ, την κρέμα τέλος πάντων που βάζουμε στα γλυκά, στον καφέ…
Όταν λέμε “ερωτευμένη με την κρέμα” δεν εννοούμε μια δυο κουταλιές του γλυκού στο τσάϊ ή τον καφέ. Εννοούμε κούπες ολόκληρες από παχιά κρέμα που έμοιαζε περισσότερο με βούτυρο και που την έτρωγε με το κουτάλι. Ακόμα κι όταν έγραφε είχε μια μεγάλη κούπα με κρέμα δίπλα στην γραφομηχανή της.
Η αλήθεια είναι πως έκανε, ή προσποιόταν πως έκανε, κάποιες προσπάθειες να περιορίσει την συνήθειά της. Ο εγγονός της λέει πως ρούφαγε την κρέμα απο μια τεράστια κούπα που έγραφε “Μην είσαι άπληστη”, χωρίς όμως και να υπακούει στο κάλεσμα.
Ο μόνος που μπορούσε να την ελέγξει κάπως ήταν ο μπάτλερ της που αντί κρέμας της εδινε σύκα που της άρεσαν πολύ, με περιορισμένη όμως επιτυχία.
Αυτά για την αγαπημένη μας Άγκαθα, που παρά τα τόσα κιλά κρέμας που έφαγε έζησε 86 ολόκληρα χρόνια αφήνοντας πίσω της 66 αστυνομικές νουβέλες και τις 14 συλλογές με μικρές ιστορίες, οι περισσότερες με ήρωες την Μις Μάρπλ και τον Ηρακλή Πουαρώ, προς μεγάλη τέρψη των εκατομμυρίων φίλων της.

===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===

Dame Agatha Mary Clarissa Christie, Lady Mallowan, Agatha Christie to you and me, was born on a day like today 127 years ago, on 15 September 1890.
As you may know, those of you who follow this blog, I always try to find the culinary or dietary habits of the famous. So with Agatha.
It is true that most of us have our food preferences, even addictions… you know, chocolate… bags of chips or six scoops of ice cream at a sitting. Well, Agatha Christie was not immune to the call of a certain food: she was in love with cream. She didn’t just like a tea spoonful or two with her tea -she ate whole cups of rich cream, and she ate with a spoon Devonshire clotted cream, a dairy product closer to butter.
It is true she would make some feeble efforts to control her addiction. Her grandson says that “she used to drink cream from a huge cup with ‘Don’t be greedy’ written on the side, an injunction she never showed any sign of obeying”.
Still, in spite of the quantities of cream she consumed she reached the ripe old age of 86, leaving behind her for the millions of her fans, a treasure of 66 detective novels and 14 short story collections, most of them revolving around her fictional detectives Hercule Poirot and Miss Marple.


Άντε τώρα να κάνεις γελοιογραφία της Μέριλυν, τολμάς; Εγώ όχι, Πώς ν’ αγγίξεις την θεά; Προσπάθησα μα λες και είχα βαρύδια στο χέρι. Με μεγάλη προσοχή, με σεβασμό, με τράκ θα έλεγα, έκανα ό,τι έκανα. Αυτό που βλέπετε.
Εκείνο που με κάνει να ασχοληθώ τώρα μαζί της είναι πως η Marilyn Monroe πέθανε μια μέρα σαν σήμερα, στις 5 Αυγούστου 1962. Ο ιατροδικαστής απέδωσε τον θάνατο σε “οξεία βαρβιτουρική δηλητηρίαση”, αποτέλεσμα “πιθανής αυτοκτονίας”. Αμέτρητες θεωρίες κυκλοφόρησαν αμέσως μετά, μεταξύ των οποίων και η δολοφονία. Κάποιες απ’ αυτές αναφέρονταν και στους John και Robert Kennedy, την CIA και την Μαφία.
Μα όταν μιλά κανείς για την Μέριλυν η κουβέντα πάει αναποφευκτα στις καμπύλες, κι ας με συγχωρέσουν οι πολιτικά ορθοί εξ υμών. Η Μέριλυν είχε καμπύλες και όλες στο σωστό μέγεθος και στην σωστή θέση, τολμάω να πω. Το πώς τα κατάφερνε να τις διατηρεί, τι άραγε να έτρωγε, ήταν θέμα που απασχολούσε τους θαυμαστές της και τις κυρίες που, αλλοίμονο χωρίς επιτυχία, ήθελαν να της μοιάσουν.
Η ίδια υποστήριζε -οποία μετροφροσύνη- πως ποτέ δεν θεώρησε το σώμα της ως κάτι ιδιαίτερο. Εκανε όμως ελαφριά γυμναστική και μια δίαιτα με πολλές πρωτεϊνες.
Το 1952, σε μια συνέντευξη στο περιοδικό “Pageant” λέει:
“Λένε πως οι διατροφικές μου συνήθειες είναι περίεργες, μα έγω δεν το πιστεύω. Πριν κάνω το πρωϊνό μου ντους (Σ.Σ. όχι “ντουZ¨που λένε μερικοί) ζεσταίνω ένα φλυτζάνι γάλα. Όταν είνα ζεστό σπάω μέσα δυο ωμά αυγά, τα χτυπάω με το πιρούνι και τα πίνω ενώ ντύνομαι. Συμπληρώνω μ’ ένα πολυβιταμινούχο χάπι και αμφιβάλω πως υπάρχει γιατρός που θα συνιστούσε ένα πιο θρεπτικό πρωϊνό γι ένα εργαζόμενο κορίτσι που βιάζεται.
Στο σπίτι, το δείπνο μου είναι εκπληκτικά απλό. Κάθε βράδυ σταματάω στο μαγαζί κοντά στο ξενοδοχείο και πέρνω μια μπριζόλα ή παϊδάκια ή και σηκώτι που τα ψήνω στον ηλεκτρικό φούρνο στο δωμάτιό μου. Συνήθως τρώγω τρία τέσσερα ωμά καρότα με το κρέας κι αυτό είναι όλο. Θα πρέπει να είμαι μισός λαγός, δεν βαριέμαι ποτέ τα καρότα.
Ευτυχώς που τρώγω τόσο απλά γιατί τελευταία μου έχει γίνει συνήθεια να σταματάω στο παγωτατζίδικο του Will Wright καθώς επιστρέφω το βράδυ απο τα μαθήματα υποκριτικής, και παίρνω ένα μεγάλο παγωτό. Είμαι σίγουρη πως δεν θα μπορούσα να το κάνω αν η κανονική μου διατροφή δεν περιείχε τόσες πρωτεϊνες.”
Το 2008 βγήκαν στην επιφάνεια αρκετές αποδείξεις αγοράς απο τα ψώνια της. Εκτός απο τα παραπάνω τα ψώνια περιελάμβαναν τυρί cheddar, μαρμελάδα φράουλα, αγγούρια, ραπανάκια, καλαμπόκι και αγγινάρες.
Δύσκολο να ξέρει κανείς τα μαγειρικό της ταλέντο. Διασώζεται μια χειρόγραφη συνταγή της με διάφορα είδη κρέατος, ξηρούς καρπούς και μυρωδικά -τόσο πολύπλοκη που τρομάζει τον κοινό μάγειρα σαν κι εμενα. Κανείς απ’ όσους την δοκίμασαν δεν ενθουσιάστηκαν.
Τέλος, υπάρχει μια άκόμα μαρτυρία απο την ίδια την Μέριλυν, στο περιοδικό Cosmopolitan. Περιγράφει πώς ετοίμασε σπιτικές ταλιατέλες για τους καλεσμένους της, ενώ δεν είχε ιδέα πόση ώρα χρειαζόταν για να στεγνώσουν: “Έφτασαν οι καλεσμένοι. Τους έβαλα ένα ποτό και τους είπα πως θα πρέπει να περιμένουν μέχρι να στεγνώσουν οι ταλιατέλες. Ύστερα θα τρώγαμε. Χρειάστηκε να τους βάλω κι άλλο ποτό. Στην απελπισία μου άρπαξα το στεγνωτήρι των μαλλιών μου και τό’βαλα μπροστά. Ο αέρας παρέσυρε τις ταλιατέλες. Τις μάζεψα απο το πάτωμα και ξαναπροσπάθησα”.
Τώρα ξέρετε πως να αποκτήσετε σώμα σαν την Μέριλυν… και μη ξεχάσετε τις ταλιατέλες απο το πάτωμα.


Vincent Willem van Gogh. Άλλος ένας ζωγράφος, τόσο γνωστός και αγαπητός που δεν χρειάζεται ίσως να πει κανείς τίποτα γι αυτόν. Απο τις σημαντικότερες προσωπικότητες στην ιστορία της Δυτικής ζωγραφικής, τα χρώματα και οι πινελιές του συνέβαλαν στο θεμέλιωμα της σύγχρονης τέχνης. Σχεδόν άγνωστος στην εποχή του, όπου τον θεωρούσαν τρελλό και αποτυχημένο. Έγινε διάσημος μετά θάνατον και η περίπτωσή του θεωρείται το κορυφαίο παράδειγμα της “παρεξηγημένης διάνοιας”, ο καλλιτέχνης “στον οποίο συνέρχονται η τρέλλα και η δημιουργικότητα”.
Η σχέση του Van Gogh με το φαγητό ήταν περίπλοκη. Ως καλός Προτεστάντης συνέδεε την αρετή με την αποχή απο την πολυτέλεια κι αυτό ήταν ιδιαίτερα φανερό στο φαγητό το οποίο συχνά σήμαινε απλά και μόνο “ψωμί”. Τα λόγια όμως της Βίβλου “εν ιδρώτι του προσώπου σου φαγή τον άρτον σου…” (Γένεσις 3:19) του δημιουργούσε ηθικό πρόβλημα αφού το “ψωμί” του δεν έβγαινε με τον ιδρώτα του αλλά με την βοήθεια της οικογένειας και ιδιαίτερα του αδερφού του. Η αδυναμία του αυτή να πουλήσει την δουλειά του και “να βγάλει το ψωμί του” ήταν συνεχής πηγή ανησυχίας, εκνευρισμού και αισθήματος ενοχής. Ο μόνος τρόπος να ξεφύγει απο το ηθικό δίλημμα ήταν γι αυτόν να γίνει ακόμα πιο ολιγαρκής στο φαγητό και τις άλλες καθημερινές ανάγκες.
Γράφει κάποια στιγμή στον αδερφό του, τον Τεο: “Το μόνο που τρώγω για να ζήσω είναι το πρωϊνό που μου σερβίρουν εδώ που μένω και για βραδυνό ένα φλυτζάνι καφέ και λίγο ψωμί που έχω στο μπαούλο μου”. Ή πάλι: “Μη φανταστείς πως ζω πλούσια εδώ γιατί η κύρια τροφή μου είναι ξερό ψωμί ή λίγες πατάτες ή κάστανα που τα πουλούν στις γωνιές του δρόμου…”
Παρ’ όλα αυτά, ακόμα κι αυτός καταλαβαίνει πως η πολλή αρετή μπορεί να οδηγήσει στην υπερβολή. Γράφει σ’ ένα άλλο γράμμα: “…Για παράδειγμα, το ξέρεις πως όλον αυτόν τον καιρό είχα μόνο ψωμί και μόνο τρείς φορές ζεστό φαγητό; Με τον τρόπο αυτόν μπορεί κανείς να γίνει περισσότερο χορτοφάγος απ’ ο,τι του κάνει καλό.”
Στα 37 του χρόνια, μια μέρα σαν σήμερα, 27 Ιουλίου 1890, ο Βαν Γκοχ αυτοπυροβολήθηκε στο στήθος, στους αγρούς με τα σιτάρια που ζωγράφιζε. Η σφαίρα έμεινε μέσα του χωρίς να βλάψει κάποιο ζωτικό όργανο κι αυτός περπάτησε πίσω στο πανδοχείο του. Την επόμενη μέρα, ο αδερφός του τον βρήκε στα κέφια του να καπνίζει την πίπα του. Όμως, τις πρώτες ώρες της 29 Ιουλίου, ο Vincent Willem van Gogh θα πεθάνει απο μόλυνση του τραύματός του. Τα τελευταία του λόγια ήταν: “Η θλίψη θα κρατήσει για πάντα”.