Μια μέρα σαν και σήμερα πριν 120 χρόνια, 14 Ιανουαρίου 1898, πέθαινε ο Charles Lutwidge Dodgson, ο γνωστός μας Lewis Carroll. Άγγλος συγγραφέας, μαθηματικός, Αγγλικανός διάκονος, φωτογράφος. Γνωστός κύρια για την “Αλίκη στην χώρα των Θαυμάτων” και την συνέχειά του, το “Μέσα απο τον καθρέφτη”, όλα εξαιρετικά δείγματα της “λογοτεχνικής ανοησίας”.
Υπέφερε από σπάνια νευρολογική πάθηση που προκαλεί περίεργες φαντασιώσεις και επηρεάζει το οπτικό μέγεθος των αντικειμένων. Κάνει τον πάσχοντα να αισθάνεται μεγαλύτερος ή μικρότερος απ’ ό,τι πράγματι είναι – πράγμα που αποτελεί και το σημαντικότερο θέμα των βιβλίων του. Η πάθηση, που ανακαλύφθηκε το 1955 απο τον John Todd, ονομάστηκε αργότερα “Σύνδρομο της Αλίκης στην Χώρα των θαυμάτων”.
Δεν θα μπορούσα να μην ψάξω την σχέση του διάσημου και αγαπητού συγγραφέα με την κουζίνα και το φαγητό. Παραθέτω λοιπόν μια συνταγή, εμπνευσμένη απο την “Αλίκη στην Χώρα των Θαυμάτων”. Από το εξαντλημένο τώρα βιβλίο THE ALICE IN WONDERLAND COOKBOOK: A CULINARY DIVERSION, του John Fisher

ΚΕΪΚ ΤΟΥ ΚΑΘΡΕΦΤΗ
450 γρ. αλεύρι- 230 γρ. βούτυρο- 120 γρ. μαύρες σταφίδες- 120 γρ. τριμμένο φλούδι πορτοκάλι ή/και λεμόνι- 90 γρ. ξανθές σταφίδες- 200 γρ. μαύρη ζάχαρη- 2 κουταλάκια μπέικινγκ πάουντερ- 3 αυγά- 1 κουταλάκι διάφορα μπαχαρικά- γάλα

Χτυπάμε βούτυρο και ζάχαρη μέχρι να γίνουν αφράτα
Σιγά σιγά προσθέτουμε τα αυγά χτυπώντας ταυτόχρονα
Στο μίγμα προσθέτουμε κοσκινίζοντας σιγά σιγά και ανακατεύοντας συνέχεια το αλεύρι και το μπέικινγκ πάουντερ
Προσθέτουμε τα φρούτα και τα μπαχαρικά
Το μείγμα πρέπει να είναι αρκετά ρευστό ώστε να τρέχει απο το κουτάλι. Αν χρειαστεί προσθέτουμε λίγο γάλα
Καλύπτουμε με χαρτί ζαχαροπλαστικής έν ταψί για κέικ περίπου 20 εκ διάμετρο και εκεί βάζουμε το μείγμα μας.
Ψήνουμε στους 150 C , για δυο τρεις ώρες
Δοκιμάζουμε με οδοντογλυφιδα αν είναι ψημένο, τρυπώντας στο κέντρο. Εάν η οδοντογλυφίδα είναι καθαρή χωρίς ζύμη κολλήμένη πάνω της το κέικ είναι έτοιμο. Το τοποθετούμε σε σχάρα να κρυώσει
Το κόβουμε πρώτα και ύστερα το προσφέρουμε

ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο

Charles Lutwidge Dodgson, better known by his pen name Lewis Carroll died 120 years ago on a day like today, 14 January 1898. English writer, mathematician, logician, Anglican deacon, and photographer. His most famous writings are Alice’s Adventures in Wonderland and its sequel Through the Looking-Glass, examples of the genre of literary nonsense.
Lewis Carroll is so well known that I don’t think it is necessary for me to say much more. However, I could not but explore his relation to cooking and eating. So, here’s a recipe from, the now out of print, THE ALICE IN WONDERLAND COOKBOOK: A CULINARY DIVERSION, by John Fisher

LOOKING GLASS CAKE
1 pound flour- 1/2 pound butter- 4 ounces currants- 4 ounces mixed peel- 3 ounces raisins- 1/2 pound castor sugar- 2 teaspoons baking powder- 3 eggs- 1 teaspoon mixed spice- milk

1. Cream butter and sugar until fluffy.
2. Beat eggs and whisk gradually into the creamed mixture.
3. Sift flour and baking powder and fold into the mixture by degrees.
4. Finally mix in fruit and spice.
5. The mixture should now be of such a consistency that it will drop easily from the spoon. Add milk only if necessary.
6. Turn into a cake tin approximately 7 ó inches in diameter lined with
greaseproof paper.
7. Bake for 2-3 hours in a slow oven at 300 degrees Fahrenheit, Gas Mark 2.
8. Test with a skewer to see if cooked. Insert it in the centre. If it comes out clean, the cake is ready to be placed on a wire rack to cool.
9. Cut it first and hand round afterwards.


“Σκεφτόμαστε πολύ ταπεινά, όπως ο βάτραχος στον πάτο του πηγαδιού που νομίζει πως ο ουρανός είναι τόσο μεγάλος όσο το άνοιγμα του πηγαδιού. Αν σκαρφάλωνε επάνω θα είχε τελείως διαφορετική θέα”
Μαο

Μια μέρα σαν και σήμερα, 26 Δεκεμβρίου 1893, γεννιόταν ο Μαο Zεντονγκ (ή Τσετούνγκ, όπως τον λέμε). Είναι περιττό νομίζω να σας τον συστήσω, καθώς είναι μια προσωπικότητα που σημάδεψε έντονα τα τελυταία 100 χρόνια περίπου.
Εγώ όμως έψαχνα να βρώ τι άραγε να έτρωγε αυτός ο Μάο γιατί, ξέρετε, αντίθετα με το τι πιστεύουν ακόμα μερικοί, οι επαναστάτες και οι αριστεροί κάτι θα τρώνε, κάτι θα τους αρέσει ιδιαίτερα, δεν μπορεί. “Κοίτα”, λένε κάποιοι, “αριστερός και τρώει μια ψαρούκλα…άλλο πράγμα!”. Μπούρδες, μα μέχρι εκεί ο λαϊκισμός. Εφ΄όσον δεν το κλέβω απο το στόμα κάποιου άλλου και το πληρώνω με τον δικό μου και μόνο ιδρώτα μπορώ να τρώγω ό,τι θελω.  Ευχαριστώ.
Τι ανακαλύπτω λοιπόν τώρα: κάποια στιγμή πριν εξη εφτά περίπου χρόνια, η Αυτοδιοίκηση της επαρχίας Hunan, πατρίδας του Μάο, έδωσε σε όλα τα εστιατόρια της Κίνας επίσημες οδηγίες για το πώς μαγειρεύεται το αγαπημένο φαγητό του “Μεγάλου Τιμονιέρη”, προκειμένου να σταματήσει η κακοποίησή του από διάφορους ευφάνταστους ή άσχετους μαγείρους.
Το αγαπημένο φαγητό του Μάο ήταν λοιπόν το “Κόκκινο Χοιρινό Κατσαρόλας”. Ιδού και η συνταγή:

500 gr. χοιρινή κοιλιά – 2 κουτάλια φυστικέλαιο – 2 κουτάλια λευκή ζάχαρη – 1 κουτάλι κρασί Shaoxing (ή ένα Dry Sherry) – Τζίντζερ, φρέσκo, περίπου 2 cm, με την φλούδα και κομμένο σε φέτες – Γλυκάνισο – 2 ξερές πιπεριές τσίλι – Ξυλάκι κανέλλα – Soy Sauce, αλάτι και ζάχαρη – μερικά κομμάτια φρέσκο κρεμμυδάκι, το πράσινο

Βράζουμε το χοιρινό σε νερό μέχρι να είναι μισο-μαγειρεμένο. Βγάζουμε απο το νερό, αφήνουμε λίγο να κρυώσει και κόβουμε σε μπουκιές.
Ζεσταίνουμε το λάδι με την ζάχαρη στο γουόκ σε μέτρια φωτιά, μέχρι να λειώσει η ζάχαρη. Δυναμώνουμε την φωτιά μέχρι η ζάχαρη να πάρει βαθύ κόκκινο χρώμα- αυτό δίνει και στο φαγητό το όνομά του. Προσθέτουμε το χοιρινό και περιχύνουμε με το κρασί.
Προσθέτουμε αρκετό νερό ώστε να καλύπτει ίσα ίσα το κρέας και προσθέτουμε τζίντζερ, γλυκάνισο, τσιλι, κανέλλα. Όταν αρχίσει να βράζει χαμηλώνουμε την φωτιά και σιγο-μαγειρεύουμε για 40-50 λεπτά.
Όταν είναι σχεδόν έτοιμο δυναμώνουμε την φωτιά για να πήξει το ζουμί, προσθέτουμε το Soy Sauce, αλάτι και λίγη ζάχαρι. Πασπαλίζουμε με τα κρεμμυδάκια πριν σερβίρουμε.
Σερβίρεται με ρύζι στον ατμό και λαχανικά στο γουόκ.

Οι κάτοικοι του Shaoshan, του χωριού που γεννήθηκε ο Μάο, συνιστούν το φαγητό αυτό για τις θαυμαστές ιδιότητές του. Οι άνδρες, λέει, το τρώνε για να δυναμώσει το μυαλό τους κι οι γυναίκες για να γίνουν όμορφες.

O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O-O

“We think very humbly, like the frog at the bottom of the well who thinks the sky is as big as the opening of the well. Had he climbed to the top he would have a very different view.”
Mao

It was on a day like today, 26 December 1893, that the Mao Zedong, the “Great Helsman”, was born. I don’t think it is necessary for me to introduce him as he has left an indelible mark the last 100 years or so of world history.
So, I looked to find information on a subject that interests me very much: the food preferences of the Great Helmsman, because contrary to popular belief revolutionaries an Communists and Leftists in general do also eat and do have their culinary preferences.
So, here’s Mao’s favorite dish, according to the stringent instructions given by the local government in Hunan:

CHAIRMAN MAO’S RED-BRAISED PORK
500 gr. pork belly (skin optional) – 2 tbsp. peanut oil – 2 tbsp. white sugar – 1 tbsp. Shaoxing wine – 2 cm. piece fresh ginger, skin left on and sliced – 1 star anise – 2 dried red chillies – a small piece cinnamon stick – light soy sauce, salt, and sugar – a few pieces scallion greens

Plunge the pork belly into a pan of boiling water and simmer for 3-4 minutes until partially cooked. Remove and, when cool enough to handle, cut into bite-sized chunks.
Heat the oil and white sugar in a wok over a gentle flame until the sugar melts, then raise the heat and stir until the melted sugar turns a rich caramel brown. Add the pork and splash in the Shaoxing wine.
Add enough water to just cover the pork, along with the ginger, star anise, chiles, and cassia. Bring to the boil, then turn down the heat and simmer for 40-50 minutes.
Toward the end of the cooking time, turn up the heat to reduce the sauce, and season with soy sauce, salt, and a little sugar to taste. Add the scallion greens just before serving.

The dish is widely regarded as the “brain food” which provided Mao with the wits to defeat his enemies. In the village he was born they say that it strengthens men’s brains and makes women more beautiful.

 


“Μια ιδέα που δεν είναι επικίνδυνη δεν αξίζει να λέγεται ιδέα”.  Oscar Wilde

30 Νοέμβρη 1900, ο Όσκαρ Γουάιλντ ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, αναρχικός και αστραποβόλο πνεύμα πεθαίνει στο Παρίσι. Καθώς κείτεται στο κρεβάτι και ρίχνοντας μια ματιά στον κόσμο που τον περιβάλλει και που τώρα εγκαταλείπει, δηλώνει:
“Αυτή η ταπετσαρία με σκοτώνει. Ένας απο τους δυο μας πρέπει να φύγει απο τη μέση”.
Σε κάτι όμως πιό πεζό τώρα, το αγαπημένο μου θέμα που δεν είναι άλλο απο το φαγητό και την μαγειρική,ε. ΄Ετσι, πολλές πηγές βεβαιώνουν πως ο μεγάλος συγγραφέας ήταν ειδικός στο φαγητό και το κρασί, μαθημένος να δειπνάει στα καλύτερα εστιατόρια. Είναι αμέτρητοι οι αφορισμοί και οι καταπληκτικές αναφορές στο φαγητό που περιλαμβάνονται στα έργα του. Για οικονομία χώρου θα αναφερθώ μόνο σε μια περίεργη αναφορά, όπου στο θεατρικό έργο “The Importance of Being Ernest”, ο Γουάιλντ αναδυκνύει το σάντουιτς με αγγούρι σε σύμβολο της Βρετανικής ανώτερης τάξης. Παρθέτω την ακαταμάχητη συνταγή του για Σάντουιτς Αγγούρι:
Υλικά
4-5 γλίθες (σκελίδες για τους πανωελλαδίτες) σκόρδο – 350 γρ. τυρί Philadelphia, λιωμένο με το πηρούνι – ένα ματσάκι chives – αλάτι, πιπέρι – 1 μεγάλο αγγούρι καθαρισμένο απο τους σπόρους – ψωμί ολικής αλέσεως ή και άσπρο, σε λεπτές φέτες
Εκτέλεση
Ψιλοκόβουμε το σκόρδο, αφού πρώτα το λιώσουμε με την πλατιά μεριά του μαχαιριού. Ανακατεύουμε καλά το τυρί με το σκόρδο. Προσθέτουμε τα chives ψιλοκομμένα και πιπέρι και ανακατεύουμε καλά.
Κόβουμε το αγγούρι σε πολύ ψιλές, σχεδόν διάφανες ροδέλες.
Απλώνουμε το μίγμα του τυριού πάνω στο ψωμί, τοποθετούμε επάνω φέτες αγγούρι και αλατίζουμε ελαφρά. Σκεπάζουμε με μια δεύτερη φέτα ψωμί.
Αφαιρούμε με το μαχαίρι την κόρα και κόβουμε το σάντουιτς στο σχήμα που θέλουμε -τέταρτα, μισά, τρίγωνα.
Μπορούμε κατά βούληση να προσθέσουμε και άλλα υλικά στο σάντουιτς, όπως ρόκα, ψιλές φέτες ραπανάκι, ζαμπόν ή ό,τι άλλο τραβάει η όρεξη και η φαντασία μας.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

“An idea that is not dangerous is unworthy of being called an idea at all.”
-. Oscar Wilde

November 30, 1900. Playwright, poet, sparkling wit, anarchist Oscar Wilde dies in Paris. Dying in an apartment, he takes one last look at the world he is leaving behind and declares:
“This wallpaper is killing me; one of us has got to go.”
To something mundane now, my favorite subject which is none other than food and cooking. We are assured by many sources that the great writer was a gourmand, accustomed to dine at the finest restaurants.His works are full of aphorisms and and fantastic references to food. Do to the limited space and to not test your patience I will only stop at a strange reference from the play “The Importance of Being Ernest” where Wilde raises the cucumber sandwich to the status of symbol British aristocratic class. I give you the recipe:

Ingredients:
4-5 large cloves of garlic, depending on how garlicky you like things – 350 gr. Philadelphia cream cheese – a small handful of chives – salt and pepper, to taste – 1 large seedless cucumber – Whole wheat bread, or white, in thin slices
Method:
Mince garlic finely, smashing with the side of your knife for maximum pulpiness.
Mix the cream cheese and garlic in a bowl. Finely cut chives into the bowl. Mix thoroughly, adding pepper to taste.
Slice the cucumber as thinly as possible. Assemble your sandwiches by spreading cream cheese thinly across each slice of bread and evenly covering half the cream cheese-covered slices with rounds of the translucently thin cucumber.
Sprinkle a tiny amount of salt on the cucumbers, if you like, and top with another piece of bread. Cut the crusts off to leave yourself with a perfect square of sandwich. You can decide how to divide it: into quarters, rectangles, two triangles?—just ask yourself, What Would Wilde Do?
You can, of course, add other things to cucumber sandwiches if you so desire. You could conceivably add arugula, thinly sliced radish, very thinly sliced ham, or any other favorite garnish.

 


Μια μέρα σαν σήμερα, 19 Οχτωβρίου 1745, πέθαινε ο Jonathan Swift, ο σπουδαιότερος σατιρικός συγγραφέας στα Αγγλικά γράμματα, σύμφωνα με την Encyclopedia Britannica. Έξω απο των αγγλοσαξωνικό κόσμο σήμερα, τον θυμόμαστε κυρίως απο “Τα ταξείδια του Γκιούλιβερ”.
Απο τα κλασσικά έργα της Αγγλικής λογοτεχνίας μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, μεταφέρθηκε στην οθόνη, κακοποιήθηκε απο τον κακοποιό της κλασσικης λογοτεχνίας Ντίσνεϋ. και έγινε βιβλίο για παιδιά, ενώ δεν είναι παρά μια καυστική σάτιρα της ανθρώπινης φύσης. Σε γράμμα του στον Σούιφτ, ο John Gray θα πει: “Διαβάζεται απο όλους, απο το υπουργικό συμβούλιο μέχρι το νηπιαγωγείο”.
Προσπάθησα να βρώ τι μπορεί να μαγείρευε και τι να έτρωγε ο μεγάλος σατιρικός, χωρίς όμως επιτυχία. Αυτό όμως δεν σημαίνει οτι δεν ασχολήθηκε με την μαγειρική, αν και με τον δικό του ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο. Στα 1729 δημοσέυσε το (μεταφράζω τον τίτλο) “Μια ταπεινή πρόταση ωστε τα παιδιά των φτωχών να μη γίνονται βάρος στους γονείς και την πατρίδα τους κάνοντάς τα επωφελή στο κοινό”. Γνωστό απλά ως “A modest proposal”, πρόκειται για μια σάτιρα όπου με σκόπιμα ανατριχιαστικά επιχειρήματα ο Σούιφτ προτείνει πως για να ξεφύγουν απο την φτώχια οι Ιρλανδοί θα μπορούσαν να πουλάνε τα παιδιά τους στους πλούσιους για τροφή.
Στην Αγγλική λογοτεχνία, η έκφραση “a modest proposal” αναφέρεται γενικά στην απροκάλυπτη και ωμή σάτιρα αυτού του είδους και χρησιμοποιείται ως εξαιρετική εισαγωγή στην χρήση της επιχειρηματολογίας. Επιτρέψτε μου την (πρόχειρη) μετάφραση ορισμένων αποσπασμάτων:
“Το θέαμα των θυλικών ζητιάνων που ακολουθούμενες από τρία και τέσσερα ή κι έξη παιδάκια γεμίζουν τους δρόμους και τις καλύβες, προκαλεί μελαγχολία σε όσους ταξιδεύουν στην μεγάλη αυτήν πόλη ή την χώρα (ΣΣ Ιρλανδία)… Πιστεύω πως όλοι συμφωνούμε πως αυτός ο καταπληκτικός αριθμός παιδιών στην αγκαλιά ή την πλάτη ή που τρέχουν πίσω απο την μάνα τους, ή και τους πατεράδες τους, αποτελεί σοβαρό και πρόσθετο πρόβλημα στην τωρινή κακή κατάσταση του βασιλείου… και συνεπώς όποιος βρεί μια έντιμη και φτηνή μέθοδο να κάνει τα παιδιά αυτά χρήσιμα στην Κοινοπολιτεία μας θα άξιζε να του ανεγείρουν άγαλμα ως σωτήρα του έθνους… Σ’ ό,τι με αφορά, αφού επι πολλά χρόνια έχω βασανίσει στο μυαλό μου το σημαντικό αυτό θέμα, θεωρώ τις μέχρι τώρα προτάσεις λαθεμένες… και τώρα θα παραθέσω ταπεινά τις δικές μου απόψεις: Ενας πολυμαθής Αμερικάνος φίλος με διαβεβαίωσε πως ένα μικρό υγιές και καλοθρεμένο παιδάκι, ηλικίας ενός έτους, αποτελεί γευστικότατη και θρεπτική τροφή, είτε κοκκινιστό, ψητό ή βραστό και, προσθέτω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα είναι εξ ίσου καλό ως φρικασέ ή ραγού. Βάζω λοιπόν στην κρίση σας τα παρακάτω: απο τις 120.000 παιδάκια του είδους, όπως έχει υπολογιστεί, 20.000 μπορούν να κρατηθούν για αναπαραγωγή, όπου το ένα τέταρτο θα είναι αρσενικά, αναλογία δηλαδή μεγαλύτερη απ΄ότι επιτρέπουμε για κατσίκες και πρόβατα… Τα υπόλοιπα 100.000 μπορούν να προσφερθούν προς πώληση σε όλο το βασίλειο, σε άτομα κοινωνικής προβολής και με περιουσία, συμβουλεύοντας την μητέρα να τα θηλάσει καλά τον τελευταίο μήνα ώστε να γίνουν τρυφερά και παχουλά, κατάλληλα για ένα καλό τραπέζι. Ένα παιδάκι είναι αρκετό για δυο πιάτα σ’ ενα δείπνο με φίλους ή, αν η οικογένεια είναι μόνη, το μπρός και πίσω τέταρτο κάνει ένα αρκετά καλό φαγητό και, με λίγο αλάτι και πιπέρι, θα είναι θαυμάσιο βραστό την τέταρτη μέρα, ειδικά τον χειμώνα.
Εχω υπολογίσει πως, χοντρικά, ένα νεογέννητο ζυγίζει 5.5 κιλά και αν τραφεί σχετικά καλά στο τέλος του ηλιακού έτους θα ζυγίζει 10.800 κιλά. Βέβαια, τέτοιου είδους τροφή θα κοστίζει ακριβά και κατά συνέπεια θα προορίζεται για λόρδους και γεωκτήμονες οι οποίοι, καθώς έχουν ήδη καταβροχθίσει τους γονείς, φαίνεται να έχουν αποχτίσει δικαιώματα και πάνω στα παιδιά…”
Εδώ, καλέ αναγνώστη, σε αφήνω κι αν σου πέσει στα χέρια το “A modest proposal”, διάβασέ το. Αξίζει τον κόπο με το παραπάνω.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

Jonathan Swift died on a day like today, 18 October 1745. He is regarded by the Encyclopædia Britannica as the foremost prose satirist in the English language. Outside the English speaking world he is mainly remembered for his Gulliver’s Travels. The book became popular as soon as it was published. John Gay wrote in a 1726 letter to Swift that “It is universally read, from the cabinet council to the nursery.” Since then, it has never been out of print.
I tried to find what was Swift’s favorite food or if he liked to cook and what, but in vain. Still he did write about food, in his own way: “A Modest Proposal for Preventing the Children of Poor People From Being a Burthen to Their Parents or Country, and for Making Them Beneficial to the Publick”, commonly referred to as A Modest Proposal, is a essay written and published anonymously by Jonathan Swift in 1729. Swift suggests that the impoverished Irish might ease their economic troubles by selling their children as food for rich gentlemen and ladies. This satirical hyperbole mocks heartless attitudes towards the poor, as well as Irish policy in general. In English writing, the phrase “a modest proposal” is now conventionally an allusion to this style of straight-faced satire.


“Κίκουέκ”, είπα, “τι νομίζεις, μπορούμε να φάμε κι οι δυό μας βραδυνό με ένα στρείδι;”
Όμως, μια ζεστή ορεκτική άχνα απο την κουζίνα διέψευσε την μίζερη προοπτική. Κι όταν ήρθε μέσα η αχνιστή σούπα, το μυστήριο διαλύθηκε απολαυστικά. Ω, αγαπημένοι φίλοι! ακούστε με. Ήταν φτιαγμένη με μικρά ζουμερά στρείδια, ίσα ίσα μεγαλύτερα απο ένα φουντούκι, ανακατεμένα με κοπανισμένη γαλέτα του πλοίου και παστό χοιρινό κομμένο σε λεπτές φέτες. Ήταν εμπλουτισμένη με βούτυρο και μπόλικο πιπέρι και αλάτι.
“Moby Dick”, Herman Melville

Ίσως το όνομα Χέρμαν Μέλβιλ να μή λέει πολλά σε πολλούς. Σίγουρα όμως όλοι ξέρουμε τον “Μόμπι Ντικ”. Κι αν δεν έχουμε διαβάσει το ογκώδες αυτό βίβλίο ίσως να έχουμε δει τον αξέχαστο Gregory Peck στον ρόλο του πλοιάρχου Άχαμπ. Ο Herman Melville, συγγραφέας και ποιητής, γεννήθηκε μια μέρα σαν και σήμερα, 28 Σεπτεμβριου 1891. Είναι γνωστότερος για το Moby-Dick και το Typee, εμνευσμένα απο την εμπειρία του στην θάλασσα ως απλός ναύτης.
Ο Μέλβιλ και το “Μόμπυ Ντικ” μου δίνουν την αφορμή να ασχοληθώ και με την αγαπημένη μου μαγειρική. Δεν ήμουν εκεί για να δοκιμάσω την σούπα του Queequeg μα μου ακούγεται θαυμάσια! Είναι μια σούπα με θαλασσινά και λαχανικά που γίνεται πυχτή με θρυματισμένες γαλέτες ή κράκερς. Πατρίδα της σούπας είναι η Νέα Αγγλία, απο την Βοστώνη και πάνω. Έχω κάνει στην Νέα Αγγλία, στο Maine, στα λιμάνια όπου κείτονται ακόμα τα κουφάρια των φαλαινοθηρικών, και μπορώ να διαβεβαιώσω πως η παραδοσιακή “chowder” στις διάφορες παραλλαγές της είναι δαχτυλογλυφτική. Εκεί, γίνεται με στρείδια και πατάτες κομμένες σε μικρούς κύβους, σε κρέμα και γάλα με λίγο βούτυρο.
Να λοιπόν μια συνταγή, για όσους θέλουν να δοκιμάσουν την κουζίνα ενός φαλαινοθηρικού:

ΥΛΙΚΑ
25 στρειδια ολόκληρα, με το όστρακο – 150 γρ παστό χοιρινό (πανσέτα) σε μικρούς κύβους – 2 φλυτζάνια νερό – 2 μέτριες πατάτες, σε κύβους – 1 κρεμμύδι ψιλοκομμένο – 1/2 κουταλάκι θυμάρι – 1/2 κουταλάκι ματζουράνα – 1/2 κουτάλι της σούπας μαϊντανό – αλάτι και πιπέρι – 1 φλυτζάνι γάλα – κράκερ ή γαλέτα θρυμματισμένη – 2 κουταλιές της σούπας βούτυρο – 2 κουταλιές της σούπας αλεύρι

Πλένουμε καλά τα στρείδια. Τα βάζουμε σε μια μεγαλούτσικη κατσαρόλα με 1 1/2 φλυτζάνι νερό. Σκεπάζουμε και σιγοβράζουμε μέχρι να ανοίξουν τα όστρακα. Βγάζουμε τα στρείδια και φυλάμε το ζουμί τους σε ξεχωριστό σκεύος.
Στην κατσαρόλα τοποθετούμε με την σειρά το χοιρινό, μετά μια στρώση πατάτες, μετά το κρεμμύδι, το θυμάρι, την ματζουράνα, τον μαϊντανό, αλατοπιπερώνουμε και προσθέτουμε μια στρώση στρείδια. Συνεχίζουμε μ’ αυτήν τη σειρά μέχρι να χρησιμοποιηθούν όλα τα υλικά.
Προσθέτουμε βραστό νερό που μόλις να καλύπτει το φαγητό. Σκεπάζουμε και σιγοβράζουμε για μισή περίπου ώρα, χωρίς να ανακατέψουμε. Προθέτουμε το γάλα και τα κράκερ και βράζουμε άλλα δέκα λεπτά.
Λυώνουμε το βούτυρο σε μέτρια φωτιά και προσθέτουμε το αλεύρι ανακατεύοντας για να μη σβωλιάσει. Προσθέτουμε λίγο απο το ζουμί των στρειδιών, ανακατεύουμε καλά και το προσθέτουμε στην κατσαρόλα με την σούπα ανακατεύοντας καλά.
Σερβίρεται ζεστή με έξτρα κράκερ ή γαλέτα.

ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο-ο

“Queequeg,” said I, “do you think that we can make out a supper for us both on one clam?”
However, a warm savory steam from the kitchen served to belie the apparently cheerless prospect before us. But when that smoking chowder came in, the mystery was delightfully explained. Oh, sweet friends! hearken to me. It was made of small juicy clams, scarcely bigger than hazel nuts, mixed with pounded ship biscuit, and salted pork cut up into little flakes; the whole enriched with butter, and plentifully seasoned with pepper and salt.”
-Moby Dick, by Herman Melville

Herman Melville, writer and poet, was born on a day like today, 28 September 1891. He is better known for his Moby Dick and Typee, inspired by his experience as a sailor.
Melville and Moby Dick give me the chance to write about mu favorite subject (after politics) -cooking.
I wasn’t there to taste Queequeg’s chowder, but it sounds great to me. I have lived in New England, in Maine, near the whaling ports where the carcasses of the old whaling ships still lie, and I can tell you that clam chowder is fingerlicking good. Here’s then the recipe, straight from the galley of a whaling ship:

Ιngredients
25 clams, whole, in shells – 1/4 lb salt pork, diced – 2 cups water – 2 medium sized potatoes, peeled and diced large – 1 onion, chopped fine – 1/2 tsp. thyme – 1/2 tsp. sweet marjoram – 1/2 Tbs. parsley – salt & pepper to taste – 1 cup milk – 3 water crackers or 2 sea biscuits, crumbled – 2 Tbs butter – 2 Tbs flour
Wash clams thoroughly. Into a rather large saucepan, pour 1 1/2 cups water, then add the whole clams. Put a lid on and simmer until the shells open. Take the opened clams out of the pot, reserving the liquid in a separate container. Any clams that do not open should be discarded.
Line the bottom of the saucepan with the diced salt pork. Now put a layer of potatoes on the salt pork, then a sprinkling of onion, thyme, sweet marjoram, parsley, salt & pepper, then a layer of clams, and continue until all the ingredients are used.
Add the water, which should be boiling and barely cover the whole. Cover and simmer for half an hour without stirring. Then add the milk and crackers, stir and cook ten minutes longer. Make a roux by melting the butter over medium heat, then stirring in the flour. Stir in a ladle or two of broth, then add the whole mix back into the chowder.
Serve hot, with extra biscuits on the side.