Παραδοσιακά, για μας τους σκιτσογράφους (γελοιογράφους) Ιούλιος και Αυγουστος ήταν δύσκολοι μήνες. Δυσκολο να βρει κανείς θέμα να σχολιάσει, καθώ η χώρα μας και όχι μόνο μπαίνει σιγά σιγά στο πνεύμα των διακοπών και όλες οι πολιτικές και συναφείς δραστηριότητες πατούν φρένο μέχρι που σταματούν τελείως ή σχεδόν τελείως. Δεν είναι όμως μόνο αυτό. Το ίδιο πνεύμα, η ίδια διάθεση, καταλαμβάνει κι εμάς τους σκιτσογράφους. Ναι, μας αρέσει να βάζουμε στο στόχαστρο τους πολιτικούς μα μας αρέσουν κι άλλα… η παραλία, το χταποδάκι, το ούζο… ανθρώποι γαρ κι εμείς. Οντας σ’ αυτό το πνέυμα και μπουχτισμένος απο αντιπαραθέσεις του τύπου “η τρομοκρατία είναι απο την Αριστερά” (αν είναι δυνατόν), καταφεύγω και πάλι στην ποίηση της σαχλαμάρας, όπως ονομάτισε τα λίμερικ ο πατέρας τους Edward Lear.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

Traditionally, July and August have been two very difficult months for editorial cartoonists, too hard to find something to comment on as the spirit of summer vacations makes its entrance and most of political activity grinds to a halt. But that’s not all. The same spirit, the same mood slowly prevails over us cartoonists as well. Yes, of course, we do like to aim and shoot at politicians but we do like other things as well… the beach, some grilled octopus and some cold ouzo… Being in that sort of mood and fed up with with the level of political argument and controversy- especially on the part of the conservative opposition- I once again seek refuge in some nonsense, an old limerick of mine.


Καθώς το κεφάλι μου απο την ζέστη εβούργιανε που λέμε στην Ρόδο, κάτι δηλαδή ανάμεσα σε κλούβιο αβγό και γιαούρτι, καταφεύγω και πάλι σ’ ένα εμπνευσμένο λίμερικ. Η αλήθεια είναι πως προσπάθησα να παρακολουθήσω απο τον τύπο τα όσα σοβαρά συμβαίνουν στον τόπο, κι ιδιαίτερα τις διαδικασίες γύρω απο την Δημοκρατική Συμπαράταξη. Καθόλου εύκολο να παρακολουθήσει κανείς όλες τις τοποθετήσεις ακόμα και χωρίς το βούριασμα που λέγαμε μα συγκράτησα κάποιες λέξεις – έννοιες που, έτσι κι αλλοιώς είναι τις μόδας και ακούγοντα πολύ συχνά: συσπείρωση, σύγκλιση, ριζοσπαστικές αλλαγές, πολιτικός φιλελευθερισμός, σύγχρονη Αριστερά, σοσιαλδημοκρατία, οικολογία, μεταρρυθμιστική αριστερά, προοδευτικό κίνημα, εναλλακτική πολιτική…
Έννοιες ασαφείς, νεφελώδεις απο την στιγμή που δεν διευκρινίζονται, αλληλοκαλυπτόμενες πολλές φορές, που ο καθένας μπορεί να τις ερμηνεύσει κατά το δοκούν. Θα περιμένουμε λοιπόν την συνέχεια -για να δούμε π.χ. πια η διαφορά ανάμεσα στην σύγχρονη και την μεταρρυθμιστική Αριστερά και ποιές είναι οι ριζοσπαστικές αλλάγές.
Τέλος. Βούριο το κεφάλι μου, να μη βουριάνω κι εσάς.


Το θερμόμετρο να παίζει ανάμεσα στος 39 και 41 C, ανάλογα με το που στεκόσουνα κι εμείς, η Νοομι κι εγώ έπρεπε να πάμε στην Λίνδο, για μια φίλη που είχα 30 σχεδόν χρόνια να την δω. Με την συνεργία του καύσωνα ήταν μια τραυματική εμπειρία. Πανέμορφη η Λίνδος μα κάποιος πρέπει να κάνει κάτι με το κυκλοφοριακό χάος που επικρατεί εκεί. Δεν ξέρω τι, δεν είναι δουλειά μου να βρώ λύσεις, ας συνέλθουνε συγκοινονιολόγοι, πολιτικολόγοι, τροχονόμοι, αρχιτέκτονες, γεφυροποιοί, μέντιουμ και δεν ξέρω τι άλλο κι ας βρουνε μια λύση. Η κατάσταση είναι απελπιστική και τελικά βλάπτει την ίδια την Λίνδο. Η αγανάχτηση μόνο κακά σχόλια προκαλεί.
Κάθισα λοιπόν κάπου ν’ ανασάνω, να πάρω έναν φραπέ κι ένα ανψυκτικό (χωρίς απόδειξη). Κι επειδή “αργία μήτηρ πάσης κακίας” κι επειδή οι ιδέες κατεβαίνουν πολλές φορές με το έτσι θέλω, ιδού η ιδέα που μου κατέβηκε καθώς προσπαθούσα να αναψυχθώ.
ΥΓ. Και κάτι άλλο μια κι είμαστε εδώ. Μαθαίνουμε πως η ΔΕΗ θα μας κόψει πάλι το ηλεκτρικό σήμερα Παρασκευή, ώρες 10.00 με 12.00. Σ’ ευχαριστούμε, ω εταιρεία (Σαββόπουλος) που διαλέγεις την κατάλληλη ημέρα και ώρα. Ετσι που να σταματήσουν ανεμιστήρες και κλιματιστικά, να λυώσουν οι πάγοι σε ψυγεία και καταψήκτες, να γίνουν γαλατάκι τα παγωτά. Την στιγμή που ο υδράργυρος χτυπάει κόκκινο, κι ας είναι μπάρ κι εστιατόρια γεμάτα με χιλιάδες γηγενείς και τουρίστες που γηρεύουν λίγη δροσιά κι ας διαθέτουν οι Δήμοι και το κράτος κλιματιζόμενους χώρους πρώτης ανάγκης, για όσους έχουν πρόβλημα. Σ’ ευχαριστώ, ω παντοδύναμη Εταιρεία.


Στον στρατό είχαμε μια λέξη για το πως αισθάνομαι τις μέρες αυτές: σπαρίλα. Είναι μια έννοια δύσκολο να εξηγηθεί, πρώτα για την αμφίβολη προέλευση και ετοιμολογία της. Μπαμπινίωτης και Πετρόπουλος, στα Καλιαρντά, προτείνουν τον σπάρο. Γιατί όμως; Γιατί να βγάλει κακό όνομα ο κακόμοιρος ο σπάρος που πήγε τσάρκα με την κυρία Καβουρίνα; Πολύ τσίφτης ο τύπος, λέω εγω.
Το άλλο είναι πως η λέξη εκφράζει μια σύνθετη κατάσταση, δύσκολο να εξηγηθεί μονολεκτικά. Δεν είναι απλά τεμπελιά όπως λένε τα λεξικά, είναι και αποχαύνωση, είναι το αίσθημα της βαρεμάρας με τα συμβαίνοντα -ας πάνε όλοι να κουρεύονται. Είναι πως θέλεις να την αράξεις κάπου δροσερά και ήσυχα και να μην κουνηθείς μέχρι να βαρεθείς τα δροσερά και ήσυχα. Είναι ίσως η επιθυμία να βρεθεί κανείς για λίγο σ’ ένα κενό.
Δεν ξέρω αν καταλάβατε μα θες η ζέστη, θες η γενική παλιοκατάσταση έτσι νοιώθω τελευταία: σαν “σπάρος”. Εξ ου και το λίμερικ, γιατί παρασοβαρευτήκαμε.