Μια μέρα σαν και σήμερα – η μάλλον την νύχτα ανάμεσα στις 18 και 19 Ιουλίου 64 μ.Χ., η Ρώμη είχε παραδοθεί στις φλόγες. Ψηλά στο ανάκτορό του, ο Νέρων Κλαύδιος Καίσαρ Αύγουστος Γερμανικός -ο Νέρωνας που λέμε- παρακολουθούσε το θέαμα παίζοντας λύρα και τραγουδόντας την “Καταστροφή της Τροίας”.
Η φωτιά ήταν δικιά του ιδέα, για να χτίσει λέει νέα ανάκτορα και άλλα χτήρια πάνω στα χαλάσματα. Απέδωσε την καταστροφή στους χριστιανούς κι έτσι βρήκε την ευκαιρία να ξεπαστρέψει μερικές χιλιάδες απ’ αυτούς.
Φαίνεται όμως πως οι λωλάρες του ανθρώοιυ ηταν πολλές και διάφορες. Θαυμαστής του Ελληνικού πολιτισμού επισκέφτηκε την Ελλάδα όπου οργάνωσε τους δικούς του Ολυμπιακούς αγώνες στους οποίους φυσικά νίκησε. Ντυνόταν και παρίστανε διάφορους έλληνες ήρωες, έπαιζε στο θέατρο και έγραφε και τραγουδούσε τραγούδια για τον εαυτό του.
Σκανδαλισμένοι οι συγκλητικοί και οι στρατηγοί του επαναστάτησαν και κινήθηκαν εναντίον του. Μαθαίνοντας οτι όπου νά’ναι θα τον συλλάβουν έβαλε και έσκαψαν τον ταφο του και υποχρέωσε τον γραμματέα του να τον σκοτώσει με το σπαθί. Παθαίνοντας ψιθύρισε: Qualis artifex pereo… Τι καλλιτέχνης που χάνεται.
Ήταν Ιούνιος του 68 μ.Χ.

Η όποια ομοιότητα της εικόνας με γνωστά πρόσωπα είναι τυχαία.

===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===

On a day like today -or rather the night of 18 to 19 July 64 A.D., Rome was given to a destructive fire. High up in his palace the emperor Nero Claudius Caesar Augustus Germanicus watched the spectacle playing the lyre and singing the “Sack of Ilium”. The fire was instigated by him to to clear the way for his planned palatial complex. He was said to have afterwards seized Christians as scapegoats for the fire and burned them alive.
But Nero was a strange fruit in many ways, to say the least. Admirer and lover of the Greek civilization he visited Greece where, among other things, he organized his own Olympics where he competed and won, of course. He would also dress in imitation of Greek heroes, he would act in theater and he would compose songs which he would sing himself.
His delirious pretensions aroused the enmity not only of the Senate and those patricians who had been dispossessed by him but also of this generals who moved to arrest and put him to slave’s death. The sound of approaching horsemen drove Nero to face the end. However, he still could not bring himself to take his own life but instead he forced his private secretary, Epaphroditos, to perform the task. He died muttering “Qualis artifex pereo”… What an artist dies in me.
It was June of 68 A.D.

Any resemblance of the picture with living persons is coincidental.


Μια μέρα σαν σήμερα, 1 Ιουλίου 1899, γεννιόταν ο Κωνσταντίνος Τσάτσος. Διπλωμάτης, πανεπιστημιακός, ακαδημαϊκός, και πολιτικός, διετέλεσε Πρόεδρος της Δημοκρατίας απο το 1975 [εως το 1980.
Από τους πιο έμπιστους συνεργάτες του Κ. Καραμανλή, στην ψηφοφορία που διεξάχθηκε στην Βουλή έλαβε 210 ψήφους σε σύνολο 295 ψηφισάντων. Από αυτές οι 210 ανήκαν πιθανότατα στους βουλευτές της Νέας Δημοκρατίας που διέθετε 215 έδρες. Μοναδικός αντίπαλος ήταν ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος, που υποστηρίχθηκε από την Ένωση Κέντρου, ενώ το ΠΑΣΟΚ και η Ενωμένη Αριστερά ψήφισαν λευκό. Όπως αναφέρει ο ίδιος ο Κ. Τσάτσος στα απομνημονεύματά του, για να τον προτείνει ο Καραμανλής είχε θέσει ως μοναδικό όρο ότι σε περίπτωση που θα ήθελε να μεταπηδήσει νωρίτερα από τα πέντε χρόνια στην προεδρία της δημοκρατίας, αυτός θα παραιτούνταν.
Ο Καραμανλής είχε τότε πολλή δουλειά : να φτιάξει το Σύνταγμά του και να βάλει την χώρα στις δικής του κατασκευής ράγες και να κρατά υπο έλεγχο τα χουντικά στοιχεία τα διάσπαρτα στην δημόσια και τοπική διοίκηση, τον στρατό και τα σώματα ασφαλείας. Με άλλα λόγια τα “σταγονίδια” του Ε. Αβέρωφ.
Το σκίτσο που παραθέτω ειχε γίνει τότε για τον “Ταχυδρόμο” χωρίς όμως να δημοσιευτεί (άγνωστο γιατί), αν και εκ των υστέρων αποδείχτηκε απόλυτα εύστοχο.


Τον κύριο Φορτσάκη θα τον ξέρετε. Βουλευτής Επικρατείας της ΝΔ, τώρα, με πλούσιο βιογραφικό… Πρύτανης του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2014-2015), Πρόεδρος του Τμήματος Νομικής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2009-2014, Αναπληρωτής Πρόεδρος 2007-2009). Διευθυντής του Τομέα Δημοσίου Δικαίου του Τμήματος Νομικής της Σχολής ΝΟΠΕ / της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (2009-2014) και.. και …και.
Είναι ακόμα αυτός που εισηγείται την κατάργηση του Πανεπιστημιακού ασύλου, που οι φοιτητές διαδήλωσαν κάποτε εναντίον του με σύνθημα  «Από τα τανκς του ’73 στα ΜΑΤ του Φορτσάκη, οι μέρες αφθονίας σας είναι μετρημένες». Είναι αυτός που σε πρόσφατη συνέντευξή του στο «Last Point» ανησυχεί για την σχεδιαζόμενη ενίσχυση της εκπροσώπησης των φοιτητών και την  παροχή σε αυτούς δικαιώματος ψήφου σε όργανα του πανεπιστημίου.
Είναι αυτός που πρόσφατα επιτέθηκε στην κυβέρνηση για την διάλυση της αστυνομικής ομάδας ΔΕΛΤΑ και την αποδυνάμωση της ομάδας ΔΙΑΣ. Τέλος, προχθές ακόμα, αναρωτήθηκε “Επιτρέπεται να βλέπουμε αστυνομικούς στο Gay Pride; Είναι αστυνομία αυτή; Έχετε διαλύσει την αστυνομία”
Ανατριχιάζει κανείς στην σκέψη πως η διοίκηση του ανώτατου εκπαιδευτικού ιδρύματος της χώρας είχε κάποτε ανατεθεί σε άνθρωπο με μεσαιωνικές αντιλήψεις, που προτείνει την αστυνομική παρέμβαση στα πανεπιστήμια αντί του διαλόγου και της πειθούς.
Όσο για το τελευταίο, για τους ομοφυλόφιλους αστυνομικούς, το αφήνω σε σας… ρατσιστής; σεξιστής; Είμαι βέβαιος πως μπορείτε να σκεφτήτε πολλούς ακόμα χαραχτηρισμούς. Ας τον χαίρονται που τον έχουν.



15 Ιουνίου 1927, μια μέρα σαν σήμερα, γεννιόταν ο Hugo Eugenio Pratt. Δημιουργός κόμικ γνωστός για τις ολοζώντανες ιστορίες του που πολλές απ’ αυτές βασίζονται σε πραγματικά ιστορικά γεγονότα. Ο Πρατ έκανε εκτεταμένες έρευνες όχι μόνο για το κείμενο αλλά και τις εικόνες του και μερικοί απο τους ήρωές του είναι πραγματικά πρόσωπα. Γνωστότερος ήρωάς του είναι ο Corto Maltese.
Το 2005 ο Πρατ θα πάρει την θέση του στο Will Eisner Award Hall of Fame
Αυτό που ίσως δεν γνωρίζετε είναι πως το 1921 ο Corto Maltese θα ξεκινήσει την προσπάθεια να βρεί τον θυσαυρό του Κύρου που είχε πέσει στα χέρια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το φθινόπωρο του 1922 τα ταξείδια του θα τον φέρουν, πού αλλού, στην Ρόδο, όπου αποκτα και φίλη, την Κασσάνδρα που θα τον κρύψει στο σπίτι της. Τον Νοέμβριο θα περάσει στην απέναντι Μικρασιατική ακτή και τον Δεκέμβρη θα φτάσει στα Άδανα. Στο τέλος της περιπέτειας ο Κόρτο και ο Ρασπούτιν (!) φτάνουν στο Αφγανιστάν όπου για μια φευγαλέα στιγμή θα δούν τον θυσαυρό που γυρεύουν.

Η εικόνα είναι απο το βιβλίο La Maison dorée de Samarkand

==============================================

Hugo Eugenio Pratt was born on a day like today, 15 June 1927. A comic book creator known for combining strong storytelling with real historical eras and with real events. Pratt did exhaustive research for factual and visual details, and some characters are real historical figures or loosely based on them. His best known character is Corto Maltese.
was inducted into the Will Eisner Award Hall of Fame.
What you might not know is that in 1921 Corto Maltese and for about a year, Corto Maltese goes in search of the treasure of Alexander the Great. On September 1922 his quest will bring him to Rhodes where befriends a Rhodian girl, Cassandra, who will help and shelter him in her home. In November the same year he will cross over to Asia Minor and eventually he will reach Afghanistan. There, with his friend Rasputin (!) he will have a glimpse of the treasure he was after.

The picture is from the book La Maison dorée de Samarkand


“Καθώς ένα πρωί ο Γκρέγκορ Σάμσα ξύπνησε απο τα ανήσυχα όνειρά του βρήκε τον εαυτό του στο κρεβάτι μεταμορφωμένον σ’ ένα γιγάντιο έντομο…”
Franz Kafka, Η Μεταμόρφωση

Σαν σήμερα, 3 Ιουνίου 1924, πέθαινε σε ηλικία 40 ετών και παντελώς άγνωστος ενόσω ζούσε ο Franz Kafka,. Θεωρείται απο τους σπουδαιότερους συγγραφείς του 20ου αιώνα. Τα έργα του – “Η Μεταμόρφωση”, “Η Δίκη”, “Το Κάστρο”…- είναι γεμάτα με αρχέτυπα αλλοτρίωσης, φυσικής και πνευματικής βιαιότητας, γραφειοκρατικούς λαβύρινθους, φοβερές αναζητήσεις και μυστικιστικές μεταμορφώσεις.

“Πέθανε σ’ ένα δέντρο απ’ όπου δεν μπορούσε να κατέβει. “Έλα κάτω!” του φώναζαν. “Έλα κάτω! Έλα κάτω!” Σιωπή γέμισε τη νύχτα κι η νύχτα γέμισε τη σιωπή, ενώ περίμεναν να μιλήσει ο Κάφκα. “Δεν μπορώ”, είπε τελικά μ’ εναν τόνο που έκρυβε πόθο. “Γιατί;” φώναξαν. Αστέρια χύθηκαν στον μαύρο ουρανό. “Γιατί τότε θα πάψετε να ψάχνετε για μένα”. Οι άνθρωποι κούνησαν το κεφάλι και ψιθύρισαν μεταξύ τους. Αγκαλιάστηκαν και χάιδεψαν τα μαλλιά των παιδιών τους. Έβγαλαν τα καπέλα τους και τα σήκωσαν προς τον μικρόσωμο, ασθενικό άνθρωπο με τ’ αυτιά λες κάποιου παράξενου ζώου, που με το μάυρο βελούδινο κοστούμι του καθόταν στο σκοτεινό δέντρο. Ύστερα, γύρισαν και ξεκίνησαν κάτω από το φύλλωμα των δέντρων για να πάνε σπίτι. Τα παιδιά καθισμένα στους ώμους των πατεράδων τους, νυσταγμένα που τα πήραν να δούν αυτόν που έγραφε τα βιβλία του στη φλούδα του δέντρου απο το οποίο αρνιότανε να κατέβει. Με το ευαίσθητο, ωραίο, δυσανάγνωστο γράψιμό του. Και τα θαύμαζαν εκείνα τα βιβλία και θαύμαζαν τη θέληση και την αντοχή του. Στο κάτω κάτω, ποιός δεν θέλει να να κάνει θεαμα την μοναξιά του; Μία μία οι οικογένειες σκορπίστηκαν λέγοντας καληνύχτα και σφίγγιντας τα χέρια, ευγνώμονες ξαφνικά για την παρέα των γειτόνων. Έκλεισαν οι πόρτες των στη θαλπωρή των σπιτιών. Κεριά άναψαν στα παράθυρα. Πέρα μακριά, στη φωλιά του πάνω στο δέντρο, ο Κάφκα τ’ άκουγε όλα: το θρόισμα των ρούχων καθώς έπεφταν στο πάτωμα ή το φτερούγισμα των χειλιών σε γυμνούς ώμους, κρεβάτια να τρίζουν με το βάρος της τρυφερότητας. Όλα πιάνονταν στα ντελικάτα, μυτερά κογχύλια των αυτιών του και στριφογύριζαν σαν μπάλες στη μεγάλη αίθουσα του μυαλού του.
Εκείνη τη νύχτα φύσηξε ένα παγωμένος αγέρας. Όταν ξύπνησαν, τα παιδιά πήγαν στο παράθυρο και είδαν τον κόσμο σκεπασμένο με πάγο. Ένα παιδί, το πιο μικρό, στρίγγλισε χαρούμενο κι η φωνή της έσκισε τη σιωπή και σαν έξρηξη θρυμάτισε τον πάγο μιας γιγαντιαίας βελανιδιάς. Ο κόσμος έλαμψε.
Τον βρήκαν στο χώμα, παγωμένον σαν πουλάκι. Λένε πως όταν έβαλαν τ’ αυτιά τους στα κογχύλια των αυτιών του μπορούσαν ν’ ακούσουν τους εαυτούς τους”.

Nicole Krauss, The History of Love

=======================================================================================

“As Gregor Samsa awoke one morning from uneasy dreams he found himself transformed in his bed into a gigantic insect…”
Franz Kafka, The Metamorphosis

On a day like today, 3 June 1924, Franz Kafka died aged 40, completely unknown while he lived. He is now regarded by critics as one of the most influential authors of the 20th century. Most of his works, such as “Die Verwandlung” (“The Metamorphosis”), Der Process (The Trial), and Das Schloss (The Castle), are filled with the themes and archetypes of alienation, physical and psychological brutality, parent–child conflict, characters on a terrifying quest, labyrinths of bureaucracy, and mystical transformations.

“He died in a tree from which he wouldn’t come down. “Come down!” they cried to him. “Come down! Come down!” Silence filled the night, and the night filled the silence, while they waited for Kafka to speak. “I can’t,” he finally said, with a note of wistfulness. “Why?” they cried. Stars spilled across the black sky. “Because then you’ll stop asking for me.” The people whispered and nodded among themselves. They put their arms around each other, and touched their children’s hair. They took off their hats and raised them to the small, sickly man with the ears of a strange animal, sitting in his black velvet suit in the dark tree. Then they turned and started for home under the canopy of leaves. Children were carried on their fathers’ shoulders, sleepy from having been taken to see who wrote his books on pieces of bark he tore off the tree from which he refused to come down. In his delicate, beautiful, illegible handwriting. And they admired those books, and they admired his will and stamina. After all: who doesn’t wish to make a spectacle of his loneliness? One by one families broke off with a good night and a squeeze of the hands, suddenly grateful for the company of neighbors. Doors closed to warm houses. Candles were lit in windows. Far off, in his perch in the trees , Kafka listened to it all: the rustle of the clothes being dropped to the floor, or lips fluttering along naked shoulders, beds creaking along the weight of tenderness. It all caught in the delicate pointed shells of his ears and rolled like pinballs through the great hall of his mind.
That night a freezing wind blew in. When the children wake up, they went to the window and found the world encased in ice. One child, the smallest, shrieked out in delight and her cry tore through the silence and exploded the ice of a giant oak tree. The world shone.
They found him frozen on the ground like a bird. It’s said that when they put their ears to the shell of his ears, they could hear themselves.”

Nicole Krauss, The History of Love