29 Δεκεμβρίο 2009, μια μέρα σαν και σήμερα πέθαινε ο David Levine, Αμερικάνος εικονογράφος και σκιτσογράφος, ο μεγαλύτερος καρικατουρίστας του 20ου αιώνα. Σύμφωνα με τους The New York Times “…η δουλειά του δεν ήταν απλά πνευματώδης αλλά και σοβαρή, όχι μόνο τσουχτερή αλλά και με βαθιά πληροφόρηση και μόρφωση και καλλιτεχνική με την ζωγραφική έννοια.”
Κομμουνιστής κατά δικιά του δήλωση μα αναγνωρισμένος απο τους πάντες και χωρίς να χαρίζεται σε κανέναν είπε κάποτε πως “κάνοντας τους ισχυρούς να φαίνονται αστείοι… θα μπορούσαμε ίσως να τους προσφέρουμε λίγη ταπεινότητα και γνώθι σαυτόν… Η γελοιογραφία είναι μια μορφή ελπιδοφόρας δήλωσης: σχεδιάζω μια κριτική ματιά του τι κάνεις και ελπίζω πως θα μάθεις κάτι απο αυτό που κάνω”.
Τώρα θέλω να εκμυστηρευτώ, για πρώτη φορά δημόσια, το χρέος μου στον David Levine. Παρακαλώ μην το πείτε παρακάτω. ‘Οταν τυχαία τον πρωτοανακάλυψα στο πρώτο μισό της δεκαετίας του ’60 -το ίντερνετ δεν υπήρχε τότε και η δική μου τουλάχιστον πρόσβαση στον ξένο τύπο ήταν περιορισμένη- έμεινα με το στόμα ανοιχτό και όχι μόνο απο την ποιότητα της δουλειάς του. Εξηγούμαι:
Απο τότε που άρχισα να σχεδιάζω σοβαρά κατά κάποιο τρόπο, γοητευμένος από τα χαραχτικά, τις γκραβούρες της πρώιμης Αναγέννησης αλλά και μετά, είχα υιοθετήσει μια οπτικά ανάλογη τεχνοτροπία: μαυρόασπρο, πενάκι και μελάνι, λεπτομέρεια, “crosshatching”, ψιλές γραμμές δηλαδή που διασταυρώνονται για την δημιουργία φωτοσκίασης. Πιστεύοντας πως, αν και μου άρεσε, η τεχνοτροπία αυτή ήταν ξεπερασμένη και οπωσδήποτε όχι “της μόδας” κράταγα τα σκίτσα μου λίγο πολύ για τον εαυτό μου, μη τολμώντας να τα δείξω παραπέρα.
Κι εδώ μπαίνει στην ζωή μου ο Levine. “Μα”, είπα, “τούτος ‘δω χρησιμοποιεί τα ίδια εργαλεία και την ίδια τεχνική που κι εγώ χρησιμοποιώ”. Έξυσα νομίζω το κεφάλι. “Ετούτος είναι διάσημος, πολύ διάσημος”, σκέφτηκα, “και σκιτσάρει με πενάκι, με κείνες τις ψιλές γραμμούλες που εγώ δεν τολμώ να δείξω. Αφού μπορεί αυτός, γιατί όχι κι εγώ”.
Αυτό ήταν. Απο τότε δεν δίστασα πια να δείξω τα σκίτσα μου. Μέχρι που μια μέρα, ξεπερνώντας και κάποιους άλλους δισταγμούς, τα έστειλα στην ΟΜΑΔΑ. Κι ύστερα απο δυο περίπου μήνες έκανα σκίτσα για ΤΟ ΒΗΜΑ για τα επόμενα 40 περίπου χρόνια..
Σ’ ευχαριστώ που μ’ελευθέρωσες, David Levine!

Στην εικόνα, αυτοπροσωπογραφία του Levine και του γράφοντα, περίπου του 1973

-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-Ο-

David Levine died on a day like today. 29 December 2009. He was an American illustrator and caricaturist, described as “the greatest caricaturist of the last half of the 20th Century”. The New York Times will write: “His work was not only witty but serious, not only biting but deeply informed, and artful in a painterly sense as well as a literate one.”
He claimed to be a Communist but people of all political persuasions came in for the same acid treatment in his caricatures. He said that “by making the powerful funny-looking … he might encourage some humility or self-awareness…Caricature is a form of hopeful statement: I’m drawing this critical look at what you’re doing, and I hope that you will learn something from what I’m doing.”
Now, for the first time publicly, I would like to confess my debt to Levine. When, sometime in the first half of the ‘60s, I first came by accident across his caricatures my jaw dropped and stayed there for a couple of minutes. It was not only because of the quality of his work. Let me explain:
Since I started to draw in more or less serious way I had been attracted by the wood cuts and the etchings of early but later also Renaissance and I had adopted a visually similar technic: black and white, pen and ink, detail, crosshatching to render shading. Still, I had the feeling that this was and old, outdated style, certainly not “in fashion”, and so I would not dare show my work beyond my smell circle of close friends. And this is when Levine enters my life. “Wait a minute”, I thought, “this guy uses the same tools and technic as I”. I scratched my head at that point, I think. “This guy is great and he is famous… very famous and he draws those very thin lines with pen and ink like I do and don’t dare to show. Well, if he can so can I”.
That was it. Since then I never hesitated to show my drawings, little lines and all. And then one day, having overcome some more reservations, I submitted my work to the biggest newspaper in Greece, at the time. And I became their editorial cartoonist for the next 40 years or so.
Than you for liberating me, David Levine!

In the picture, a self-portrait of Levine and one of mine from 1973, I think.


“Μια ιδέα που δεν είναι επικίνδυνη δεν αξίζει να λέγεται ιδέα”.  Oscar Wilde

30 Νοέμβρη 1900, ο Όσκαρ Γουάιλντ ο ποιητής, θεατρικός συγγραφέας, αναρχικός και αστραποβόλο πνεύμα πεθαίνει στο Παρίσι. Καθώς κείτεται στο κρεβάτι και ρίχνοντας μια ματιά στον κόσμο που τον περιβάλλει και που τώρα εγκαταλείπει, δηλώνει:
“Αυτή η ταπετσαρία με σκοτώνει. Ένας απο τους δυο μας πρέπει να φύγει απο τη μέση”.
Σε κάτι όμως πιό πεζό τώρα, το αγαπημένο μου θέμα που δεν είναι άλλο απο το φαγητό και την μαγειρική,ε. ΄Ετσι, πολλές πηγές βεβαιώνουν πως ο μεγάλος συγγραφέας ήταν ειδικός στο φαγητό και το κρασί, μαθημένος να δειπνάει στα καλύτερα εστιατόρια. Είναι αμέτρητοι οι αφορισμοί και οι καταπληκτικές αναφορές στο φαγητό που περιλαμβάνονται στα έργα του. Για οικονομία χώρου θα αναφερθώ μόνο σε μια περίεργη αναφορά, όπου στο θεατρικό έργο “The Importance of Being Ernest”, ο Γουάιλντ αναδυκνύει το σάντουιτς με αγγούρι σε σύμβολο της Βρετανικής ανώτερης τάξης. Παρθέτω την ακαταμάχητη συνταγή του για Σάντουιτς Αγγούρι:
Υλικά
4-5 γλίθες (σκελίδες για τους πανωελλαδίτες) σκόρδο – 350 γρ. τυρί Philadelphia, λιωμένο με το πηρούνι – ένα ματσάκι chives – αλάτι, πιπέρι – 1 μεγάλο αγγούρι καθαρισμένο απο τους σπόρους – ψωμί ολικής αλέσεως ή και άσπρο, σε λεπτές φέτες
Εκτέλεση
Ψιλοκόβουμε το σκόρδο, αφού πρώτα το λιώσουμε με την πλατιά μεριά του μαχαιριού. Ανακατεύουμε καλά το τυρί με το σκόρδο. Προσθέτουμε τα chives ψιλοκομμένα και πιπέρι και ανακατεύουμε καλά.
Κόβουμε το αγγούρι σε πολύ ψιλές, σχεδόν διάφανες ροδέλες.
Απλώνουμε το μίγμα του τυριού πάνω στο ψωμί, τοποθετούμε επάνω φέτες αγγούρι και αλατίζουμε ελαφρά. Σκεπάζουμε με μια δεύτερη φέτα ψωμί.
Αφαιρούμε με το μαχαίρι την κόρα και κόβουμε το σάντουιτς στο σχήμα που θέλουμε -τέταρτα, μισά, τρίγωνα.
Μπορούμε κατά βούληση να προσθέσουμε και άλλα υλικά στο σάντουιτς, όπως ρόκα, ψιλές φέτες ραπανάκι, ζαμπόν ή ό,τι άλλο τραβάει η όρεξη και η φαντασία μας.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

“An idea that is not dangerous is unworthy of being called an idea at all.”
-. Oscar Wilde

November 30, 1900. Playwright, poet, sparkling wit, anarchist Oscar Wilde dies in Paris. Dying in an apartment, he takes one last look at the world he is leaving behind and declares:
“This wallpaper is killing me; one of us has got to go.”
To something mundane now, my favorite subject which is none other than food and cooking. We are assured by many sources that the great writer was a gourmand, accustomed to dine at the finest restaurants.His works are full of aphorisms and and fantastic references to food. Do to the limited space and to not test your patience I will only stop at a strange reference from the play “The Importance of Being Ernest” where Wilde raises the cucumber sandwich to the status of symbol British aristocratic class. I give you the recipe:

Ingredients:
4-5 large cloves of garlic, depending on how garlicky you like things – 350 gr. Philadelphia cream cheese – a small handful of chives – salt and pepper, to taste – 1 large seedless cucumber – Whole wheat bread, or white, in thin slices
Method:
Mince garlic finely, smashing with the side of your knife for maximum pulpiness.
Mix the cream cheese and garlic in a bowl. Finely cut chives into the bowl. Mix thoroughly, adding pepper to taste.
Slice the cucumber as thinly as possible. Assemble your sandwiches by spreading cream cheese thinly across each slice of bread and evenly covering half the cream cheese-covered slices with rounds of the translucently thin cucumber.
Sprinkle a tiny amount of salt on the cucumbers, if you like, and top with another piece of bread. Cut the crusts off to leave yourself with a perfect square of sandwich. You can decide how to divide it: into quarters, rectangles, two triangles?—just ask yourself, What Would Wilde Do?
You can, of course, add other things to cucumber sandwiches if you so desire. You could conceivably add arugula, thinly sliced radish, very thinly sliced ham, or any other favorite garnish.

 


4 Νοεμβρίου 1963, Λονδίνο. “Queen’s Royal Variety Performance”, η μεγαλύτερη βραδυά της Βρετανικής “show business”. Το θέατρο Πρίγκηπας της Ουαλίας είναι γεμάτο αστέρια, όπως η Marlene Dietrich και μέλη της “υψηλής” κοινωνίας. Στην πρώτη σειρά η Βασίλισσα Μητέρα και η πριγκήπισα Μαργαρίτα με τον σύζυγό της λόρδο Σνόουντον, ενώ η βασίλισσα απουσίαζε γιατί ήταν έγκυος με τον πρίγκηπα Εδουάρδο.
Οι Beatles, έβδομοι στην σειρά παρουσίασης απο τους 19, ξεκίνησαν με το “From Me to You” και συνέχισαν με το “She Loves You”. Κι ύστερα, ο Τζον Λένον πλησίασε το μικρόφωνο με μια μάλλον χαζή έκφραση και ξύνοντας το κεφάλι του. “Για το τελευταίο μας τραγούδι θα ζητήσω την βοήθειά σας”. Είπε κι έγλειψε τα χείλη. “Όσοι κάθονται στις φτηνές θέσεις, να χτυπάτε παλαμάκια”. Σταμάτησε ενώ η αίθουσα χαχάνιζε. “Και οι υπόλοιποι, να κουδουνίζουν τα κοσμήματά τους”.
Χαμογέλασε προς την κάμερα με τους αντίχειρες σηκωμένους κι ύστερα έσκυψε σαν για να αποφύγει κάποιο χτύπημα, ενώ το θέατρο σειόταν απο τα γέλια.
Η βασίλισσα μητέρα χαμογέλασε συγκαταβατικά, ο Λένον φώναξε “Γεεεεεεε”, η μπάντα το γύρισε στο “Twist and Shout”, ενώ η πριγκήπισα Μαργαρίτα χτυπούσε τα χέρια.
Μετά την συναυλία το γκρούπ συναντήθηκαν για λίγο με την βασίλισσα μητέρα, που θα πει αργότερα “ Ήταν απο τις καλύτερες συναυλίες που έχω παρακολουθήσει. Οι Μπήτλς είναι πολύ ενδιαφέροντες!”

===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===οοο===

4 November 1963, London. “Queen’s Royal Variety Performance”, the biggest night in British show business, a gala variety show for charity. The Prince of Wales Theatre packed with stars such as Marlene Dietrich and upper class celebrities. On the first row, the Queen Mother, Princess Margaret with her husband Lord Snowdon, and other dignitaries while the Queen did not attend, as she was pregnant with Prince Edward.
The Beatles were the seventh act of the evening (out of 19) and launched their set with “From Me to You.” to continue with “She Loves You”. Then Lennon stepped forward to the mike, scratching his hair and assuming a deadpan expression. “For our last number, I’d like to ask your help.” He licked his lips. “The people in the cheaper seats, clap your hands.” He paused as the audience chuckled. “And the rest of you, if you’d just rattle your jewelry.” He grinned at the camera with the thumbs up, head ducked as if to avoid a blow, as the laughter rolled in and shook the theater.
The Queen Mother smiled indulgently, raising her fingers and nodding like a good sport, Princess Margaret clapped and Lennon shook his head and cried “Yeahhhhh!” as the band kicked into “Twist and Shout.”
Following the show, the band chatted briefly with the Queen Mother in the receiving line. “It’s one of the best shows I’ve seen,” she was later reported to have raved. “The Beatles are most intriguing.”


Μια μέρα σαν σήμερα, 19 Οχτωβρίου 1745, πέθαινε ο Jonathan Swift, ο σπουδαιότερος σατιρικός συγγραφέας στα Αγγλικά γράμματα, σύμφωνα με την Encyclopedia Britannica. Έξω απο των αγγλοσαξωνικό κόσμο σήμερα, τον θυμόμαστε κυρίως απο “Τα ταξείδια του Γκιούλιβερ”.
Απο τα κλασσικά έργα της Αγγλικής λογοτεχνίας μεταφράστηκε σε πολλές γλώσσες, μεταφέρθηκε στην οθόνη, κακοποιήθηκε απο τον κακοποιό της κλασσικης λογοτεχνίας Ντίσνεϋ. και έγινε βιβλίο για παιδιά, ενώ δεν είναι παρά μια καυστική σάτιρα της ανθρώπινης φύσης. Σε γράμμα του στον Σούιφτ, ο John Gray θα πει: “Διαβάζεται απο όλους, απο το υπουργικό συμβούλιο μέχρι το νηπιαγωγείο”.
Προσπάθησα να βρώ τι μπορεί να μαγείρευε και τι να έτρωγε ο μεγάλος σατιρικός, χωρίς όμως επιτυχία. Αυτό όμως δεν σημαίνει οτι δεν ασχολήθηκε με την μαγειρική, αν και με τον δικό του ιδιαίτερο και μοναδικό τρόπο. Στα 1729 δημοσέυσε το (μεταφράζω τον τίτλο) “Μια ταπεινή πρόταση ωστε τα παιδιά των φτωχών να μη γίνονται βάρος στους γονείς και την πατρίδα τους κάνοντάς τα επωφελή στο κοινό”. Γνωστό απλά ως “A modest proposal”, πρόκειται για μια σάτιρα όπου με σκόπιμα ανατριχιαστικά επιχειρήματα ο Σούιφτ προτείνει πως για να ξεφύγουν απο την φτώχια οι Ιρλανδοί θα μπορούσαν να πουλάνε τα παιδιά τους στους πλούσιους για τροφή.
Στην Αγγλική λογοτεχνία, η έκφραση “a modest proposal” αναφέρεται γενικά στην απροκάλυπτη και ωμή σάτιρα αυτού του είδους και χρησιμοποιείται ως εξαιρετική εισαγωγή στην χρήση της επιχειρηματολογίας. Επιτρέψτε μου την (πρόχειρη) μετάφραση ορισμένων αποσπασμάτων:
“Το θέαμα των θυλικών ζητιάνων που ακολουθούμενες από τρία και τέσσερα ή κι έξη παιδάκια γεμίζουν τους δρόμους και τις καλύβες, προκαλεί μελαγχολία σε όσους ταξιδεύουν στην μεγάλη αυτήν πόλη ή την χώρα (ΣΣ Ιρλανδία)… Πιστεύω πως όλοι συμφωνούμε πως αυτός ο καταπληκτικός αριθμός παιδιών στην αγκαλιά ή την πλάτη ή που τρέχουν πίσω απο την μάνα τους, ή και τους πατεράδες τους, αποτελεί σοβαρό και πρόσθετο πρόβλημα στην τωρινή κακή κατάσταση του βασιλείου… και συνεπώς όποιος βρεί μια έντιμη και φτηνή μέθοδο να κάνει τα παιδιά αυτά χρήσιμα στην Κοινοπολιτεία μας θα άξιζε να του ανεγείρουν άγαλμα ως σωτήρα του έθνους… Σ’ ό,τι με αφορά, αφού επι πολλά χρόνια έχω βασανίσει στο μυαλό μου το σημαντικό αυτό θέμα, θεωρώ τις μέχρι τώρα προτάσεις λαθεμένες… και τώρα θα παραθέσω ταπεινά τις δικές μου απόψεις: Ενας πολυμαθής Αμερικάνος φίλος με διαβεβαίωσε πως ένα μικρό υγιές και καλοθρεμένο παιδάκι, ηλικίας ενός έτους, αποτελεί γευστικότατη και θρεπτική τροφή, είτε κοκκινιστό, ψητό ή βραστό και, προσθέτω, δεν υπάρχει αμφιβολία πως θα είναι εξ ίσου καλό ως φρικασέ ή ραγού. Βάζω λοιπόν στην κρίση σας τα παρακάτω: απο τις 120.000 παιδάκια του είδους, όπως έχει υπολογιστεί, 20.000 μπορούν να κρατηθούν για αναπαραγωγή, όπου το ένα τέταρτο θα είναι αρσενικά, αναλογία δηλαδή μεγαλύτερη απ΄ότι επιτρέπουμε για κατσίκες και πρόβατα… Τα υπόλοιπα 100.000 μπορούν να προσφερθούν προς πώληση σε όλο το βασίλειο, σε άτομα κοινωνικής προβολής και με περιουσία, συμβουλεύοντας την μητέρα να τα θηλάσει καλά τον τελευταίο μήνα ώστε να γίνουν τρυφερά και παχουλά, κατάλληλα για ένα καλό τραπέζι. Ένα παιδάκι είναι αρκετό για δυο πιάτα σ’ ενα δείπνο με φίλους ή, αν η οικογένεια είναι μόνη, το μπρός και πίσω τέταρτο κάνει ένα αρκετά καλό φαγητό και, με λίγο αλάτι και πιπέρι, θα είναι θαυμάσιο βραστό την τέταρτη μέρα, ειδικά τον χειμώνα.
Εχω υπολογίσει πως, χοντρικά, ένα νεογέννητο ζυγίζει 5.5 κιλά και αν τραφεί σχετικά καλά στο τέλος του ηλιακού έτους θα ζυγίζει 10.800 κιλά. Βέβαια, τέτοιου είδους τροφή θα κοστίζει ακριβά και κατά συνέπεια θα προορίζεται για λόρδους και γεωκτήμονες οι οποίοι, καθώς έχουν ήδη καταβροχθίσει τους γονείς, φαίνεται να έχουν αποχτίσει δικαιώματα και πάνω στα παιδιά…”
Εδώ, καλέ αναγνώστη, σε αφήνω κι αν σου πέσει στα χέρια το “A modest proposal”, διάβασέ το. Αξίζει τον κόπο με το παραπάνω.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

Jonathan Swift died on a day like today, 18 October 1745. He is regarded by the Encyclopædia Britannica as the foremost prose satirist in the English language. Outside the English speaking world he is mainly remembered for his Gulliver’s Travels. The book became popular as soon as it was published. John Gay wrote in a 1726 letter to Swift that “It is universally read, from the cabinet council to the nursery.” Since then, it has never been out of print.
I tried to find what was Swift’s favorite food or if he liked to cook and what, but in vain. Still he did write about food, in his own way: “A Modest Proposal for Preventing the Children of Poor People From Being a Burthen to Their Parents or Country, and for Making Them Beneficial to the Publick”, commonly referred to as A Modest Proposal, is a essay written and published anonymously by Jonathan Swift in 1729. Swift suggests that the impoverished Irish might ease their economic troubles by selling their children as food for rich gentlemen and ladies. This satirical hyperbole mocks heartless attitudes towards the poor, as well as Irish policy in general. In English writing, the phrase “a modest proposal” is now conventionally an allusion to this style of straight-faced satire.


18 Οχτωβρίου 1981. Ελληνικές βουλευτικές εκλογές. Τις κερδίζει το ΠΑΣΟΚ του Ανδρέα Παπανδρέου με σύνθημα την “Αλλαγή”.
Τα αποτελέσματα:
ΠΑΣΟΚ 48,07%, έδρες 172
ΝΔ 35,88%, έδρες 115
ΚΚΕ 10,94%, έδρες13
Το πώς το 48% κατάντησε 4,8% είναι μια άλλη ιστορία. Ας μας την πουν οι πρωταγωνιστές της.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

18 October 1981, Greek parliamentary elections. The Panhellenic Socialist Movement (PASOK) of Andreas Papandreou wins with 48,07% of the vote and electing 172 deputies in the 300 seat parliament.
The rest is history.