Ένας τύπος παράξενος απο την Λιβαδιά
κουνιώταν σ’ ενος δέντρου τα κλαδιά
μα δεν είχε ιδέα – πως η σύζυγος είχε παρέα
έναν σάτυρο που της πήρε την καρδιά

=============================================================

A man on his red braces a-swinging
In a tree and all the while a-singing
But he did not know – That there down below
His wife and the Devil were springing!

(Thanks to Lowell)


Ήταν μια θλιβερή νύχτα του Νοεμβρίου όταν αντίκρισα το επίτευγμα των κόπων μου… ήταν κιόλας μία η ώρα το πρωί. Η βροχή χτυπούσε τα τζάμια του παραθύρου και το κερί μου κόντευε να τελειώσει όταν, στο φως του μισοσβησμένου κεριού, είδα να ανοίγει το θαμπό κίτρινο μάτι του πλάσματος. Ανάπνευσε βαθιά κι ένας σπασμός τάραξε τα μέλη του.
Πώς να περιγράψω τα αισθήματά μου γι αυτήν την καταστροφή, ή πώς να περιγράψω το άθλιο πλάσμα που με τόσους κόπους και τόση φροντίδα είχα προσπαθήσει να φτιάξω; …
Όντας αδύνατο να αντέξω την θέα του όντος που είχα δημιουργήσει όρμησα έξω απο το δωμάτιο και συνέχισα για πολλή ώρα γυρίζοντας πάνω κάτω στην κρεβατοκάμαρά μου μη μπορώντας να συνέλθω και να κοιμηθώ. Στο τέλος, η κούραση διαδέχτηκε την ταραχή που νωρίτερα είχα υπομείνει και έπεσα με τα ρούχα στο κρεβάτι αναζητώντας λίγες στιγμές λησμοσύνης. Αλλά μάταια, κοιμήθηκα πράγματι, μα με συντάραζαν τα ποιό άγρια όνειρα…
–Mary Shelley, Frankenstein, κεφ. 5
μετάφραση δικιά μου (με το μπαρδόν)

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

It was on a dreary night of November that I beheld the accomplishment of my toils… It was already one in the morning; the rain pattered dismally against the panes, and my candle was nearly burnt out, when, by the glimmer of the half-extinguished light, I saw the dull yellow eye of the creature open; it breathed hard, and a convulsive motion agitated its limbs.
How can I describe my emotions at this catastrophe, or how delineate the wretch whom with such infinite pains and care I had endeavoured to form?…
…Unable to endure the aspect of the being I had created, I rushed out of the room, continued a long time traversing my bed chamber, unable to compose my mind to sleep. At length lassitude succeeded to the tumult I had before endured; and I threw myself on the bed in my clothes, endeavouring to seek a few moments of forgetfulness. But it was in vain: I slept, indeed, but I was disturbed by the wildest dreams…
–Mary Shelley, Frankenstein, Ch.5



Ξαναβρέθηκα σχετικά πρόσφατα με μια παλιά, πολύ παλιά και πολύ αγαπητή φίλη. Προκειμένου να αποκτήσει μια καλύτερη εικόνα του τι έκανα τόσα χρόνια που δεν είχαμε επαφή βάλθηκε να διαβάζει μια μια τις αναρτήσεις ετούτου του μπλογκ, απο το 2012 που το ξεκίνησα μέχρι τώρα. Αλήθεια!
Πριν λίγες μέρες διάβασε την ανάρτηση της 04.08.2012 με τίτλο “Κοσμικός Άνεμος” και της άρεσε. Έτσι, λέει, αισθάνεται αυτή σήμερα.
Την ξανακοίταξα την ανάρτηση για να φρεσκάρω τη μνήμη μου κι η αλήθεια είναι πως θα μπορούσα να την έχω γράψει σήμερα. Την παραθέτω:

“Έχει ένα μέρος με τέσσερεις ήλιους στον ουρανό – κόκκινο, άσπρο, γαλάζιο και κίτρινο. Δυό απ’ αυτούς είναι τόσο κοντά που αγγίζουν ο ένας τον άλλο και αστρική ύλη ρέει ανάμεσά τους. Ξέρω για έναν κόσμο με χίλια φεγγάρια. Ξέρω για έναν ήλιο στο μέγεθος της γης -φτιαγμένον απο διαμάντι… Το σύμπαν είναι αχανές και προκαλεί δέος και για πρώτη φορά γινόμαστε μέρος του.”
Carl Sagan, The Cosmic Connection

… κι εγώ, που πάντα ονειρευόμουν ένα σκαρί πανάδικο κι έν΄άστρο να μου δείχνει τον δρόμο, έχω μείνει ξέμπαρκος στον μώλο της γης. Μα υπάρχει παρηγοριά: μπορώ και ζωγραφίζω τα όνειρά μου. Δεν είναι πολύ, μα ούτε και λίγο είναι.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

I recently met again with with an old, very old and beloved friend. To get a better picture of what I have been up to all those years we hadn’t seen each other she began to read one by one all the posts on this blog, from 2012 when I first started to today. Honestly!
The day before yesterday she said she came across the post from 4 August 2012, titled “Cosmic wind” and she liked it. This is how she feels nowadays, she said.
I went through that post to refresh my memory and the truth is I could’ve written it today. I reproduce it below:

“There is a place with four suns in the sky – red, white, blue, and yellow; two of them are so close together that they touch, and star-stuff flows between them. I know of a world with a million moons. I know of a sun the size of the Earth-and made of diamond….The universe is vast and awesome, and for the first time we are becoming part of it.
Carl Sagan, The Cosmic Connection

… and I, that I have always dreamed of a sailing ship and a star to show me the way, I have remained stranded on the quay of earth. But there is comfort and solace: I at least can draw my dreams. It isn’t much, but it isn’t little either.”

 


“Θυμάμαι που όταν ήμουν παιδί μισοπίστευα και έπαιζα στα σοβαρά με νεράιδες. Ποιός παράδεισος μπορεί να είναι πιο αληθινός απο το να κρατηθεί ο κόσμος της παιδικής φαντασίας, σφυριλατημένος και ισοροπημένος απο τη γνώση και τον κοινό νου… Είναι ευχής έργο που δεν μ’εστειλαν ποτέ σχολείο. Θα είχα χάσει μέρος της αυθεντικότητας μου.”
Beatrix Potter

Την γνωρίζετε την Beatrix Potter που γεννήθηκε σαν σήμερα που γράφω, 28 Ιουλίου 1866; Εαν όχι κακώς, πολύ κακώς. Τι σας νοιάζει εσάς; Μπορεί και τίποτα, αν και θά ‘πρεπε. Εμένα όμως που, αν θέλετε το πιστεύετε, υπήρξα κάποτε παιδί κι εκτός απ’ αυτό δηλώνω και εικονογράφος βιβλίων – άσε που έχω γράψει και κάνα δυο τέτοια- με ενδιαφέρει πολύ. Γιατί η Βεατρίκη Πότερ είναι απο τις μεγαλύτερες συγγραφείς και εικονογράφους παιδικών βιβλίων, ένα είδος συνάδελφος να πούμε (χεχε, πλάκα κάνω).
Μεγαλωμένη κοντά στη φύση, με λίγους φίλους εκτός απο αμέτρητα ζώα και ζωάκια που τα παρατηρούσε και τα ζωγράφιζε. Μορφώθηκε στο σπίτι απο ιδιωτικούς δασκάλους και αποχτησε ευρεία μόρφωση.
Την αγαπώ την Βικτωριανή αυτήν κυρία, την οικολόγο και φυσιολάτρη, για τις εξαίσιες ακουαρέλες και τις ιστορίες της … “Μια φορά κι έναν καιρό ήταν τέσσερα λαγουδάκια που τα λέγανε Φλόπσυ, Μόπσυ, Μπαμπακόουρο και Πέτρο…” Την αγαπώ και γιατί αφιέρωσε την ζωή της στην σωτηρία και διατήρηση του φυσικού περιβάλλοντος σε σημείο που κάποτε να σταματήσει να γράφει. Κι ακόμα την αγαπώ για το χιούμορ που την κάνει να μοιάζει παιδί:

“Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 1884. Πριν καμιά βδομάδα ήταν και μια άλλη ιστορία στην εφημερίδα. “ενας κύριος είχε μια γάτα που της έμαθε να κάθεται στο τραπέζι για φαγητό, όπου και συμπεριφερόταν πολύ καλά. Συνήθιζε να βάζει στο πιάτο της γατας όλα τα αποφάγια του. Μια μέρα, η ψιψίνα δεν ήταν στην ώρα της. Εμφανίστηκε με δυό ποντικούς και έβαλε τον ένα στο πιάτο του αφεντικού της και τον άλλον στο δικό της”.
― Beatrix Potter, Το ημερολόγιο της Βετρίκης Πότερ

ΣΗΜΕΙΩΣΗ. Ο κύριος της εικόνας με την ομπρέλα είμαι εγώ. Ήταν μια μέρα που, μαζί με άλλους λαγούς, επισκεφτήκαμε την κα. Πότερ.

===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

“I remember I used to half believe and wholly play with fairies when I was a child. What heaven can be more real than to retain the spirit-world of childhood, tempered and balanced by knowledge and common-sense… Thank goodness I was never sent to school; it would have rubbed off some of the originality.”
Beatrix Potter

Do you know Beatrix Potter,who was born on a day like today, 28 July 1866? If you don’t you should. I know her because, believe it or not, I also was a kid once upon a time.  Besides, I do claim to be a book illustrator. And Beatrix Potter is one of the greatest writers and children books illustrators ever -sort of a collueague of mine (that was meant as a joke, of course).
She grew up isolated from most other children, with drawing, nature, pets, her little brother, and governesses as her contacts with the world. She never went to school and was taught at home.
I like that Victorian lady, environmentalist and nature lover, for her beautiful aquarelles and her stories… ” Once upon a time there were four little Rabbits, and their names were Flopsy, Mopsy, Cottontail, and Peter… ”. I like her because she devoted her life to preserving the natural lanscape, so much so that she stoped writting. I like her for that humor that makes her look like a child:

“Sunday, January 27, 1884. — There was another story in the paper a week or so since. A gentleman had a favourite cat whom he taught to sit at the dinner table where it behaved very well. He was in the habit of putting any scraps he left onto the cat’s plate. One day puss did not take his place punctually, but presently appeared with two mice, one of which it placed on its master’s plate, the other on its own.”
― Beatrix Potter, Beatrix Potter’s Journal

NOTE. The gentleman with the umbrella in the picture is me. It was on one day that, together with other rabbits, we visited Mrs. Potter.