Το θερμόμετρο να παίζει ανάμεσα στος 39 και 41 C, ανάλογα με το που στεκόσουνα κι εμείς, η Νοομι κι εγώ έπρεπε να πάμε στην Λίνδο, για μια φίλη που είχα 30 σχεδόν χρόνια να την δω. Με την συνεργία του καύσωνα ήταν μια τραυματική εμπειρία. Πανέμορφη η Λίνδος μα κάποιος πρέπει να κάνει κάτι με το κυκλοφοριακό χάος που επικρατεί εκεί. Δεν ξέρω τι, δεν είναι δουλειά μου να βρώ λύσεις, ας συνέλθουνε συγκοινονιολόγοι, πολιτικολόγοι, τροχονόμοι, αρχιτέκτονες, γεφυροποιοί, μέντιουμ και δεν ξέρω τι άλλο κι ας βρουνε μια λύση. Η κατάσταση είναι απελπιστική και τελικά βλάπτει την ίδια την Λίνδο. Η αγανάχτηση μόνο κακά σχόλια προκαλεί.
Κάθισα λοιπόν κάπου ν’ ανασάνω, να πάρω έναν φραπέ κι ένα ανψυκτικό (χωρίς απόδειξη). Κι επειδή “αργία μήτηρ πάσης κακίας” κι επειδή οι ιδέες κατεβαίνουν πολλές φορές με το έτσι θέλω, ιδού η ιδέα που μου κατέβηκε καθώς προσπαθούσα να αναψυχθώ.
ΥΓ. Και κάτι άλλο μια κι είμαστε εδώ. Μαθαίνουμε πως η ΔΕΗ θα μας κόψει πάλι το ηλεκτρικό σήμερα Παρασκευή, ώρες 10.00 με 12.00. Σ’ ευχαριστούμε, ω εταιρεία (Σαββόπουλος) που διαλέγεις την κατάλληλη ημέρα και ώρα. Ετσι που να σταματήσουν ανεμιστήρες και κλιματιστικά, να λυώσουν οι πάγοι σε ψυγεία και καταψήκτες, να γίνουν γαλατάκι τα παγωτά. Την στιγμή που ο υδράργυρος χτυπάει κόκκινο, κι ας είναι μπάρ κι εστιατόρια γεμάτα με χιλιάδες γηγενείς και τουρίστες που γηρεύουν λίγη δροσιά κι ας διαθέτουν οι Δήμοι και το κράτος κλιματιζόμενους χώρους πρώτης ανάγκης, για όσους έχουν πρόβλημα. Σ’ ευχαριστώ, ω παντοδύναμη Εταιρεία.



Στον στρατό είχαμε μια λέξη για το πως αισθάνομαι τις μέρες αυτές: σπαρίλα. Είναι μια έννοια δύσκολο να εξηγηθεί, πρώτα για την αμφίβολη προέλευση και ετοιμολογία της. Μπαμπινίωτης και Πετρόπουλος, στα Καλιαρντά, προτείνουν τον σπάρο. Γιατί όμως; Γιατί να βγάλει κακό όνομα ο κακόμοιρος ο σπάρος που πήγε τσάρκα με την κυρία Καβουρίνα; Πολύ τσίφτης ο τύπος, λέω εγω.
Το άλλο είναι πως η λέξη εκφράζει μια σύνθετη κατάσταση, δύσκολο να εξηγηθεί μονολεκτικά. Δεν είναι απλά τεμπελιά όπως λένε τα λεξικά, είναι και αποχαύνωση, είναι το αίσθημα της βαρεμάρας με τα συμβαίνοντα -ας πάνε όλοι να κουρεύονται. Είναι πως θέλεις να την αράξεις κάπου δροσερά και ήσυχα και να μην κουνηθείς μέχρι να βαρεθείς τα δροσερά και ήσυχα. Είναι ίσως η επιθυμία να βρεθεί κανείς για λίγο σ’ ένα κενό.
Δεν ξέρω αν καταλάβατε μα θες η ζέστη, θες η γενική παλιοκατάσταση έτσι νοιώθω τελευταία: σαν “σπάρος”. Εξ ου και το λίμερικ, γιατί παρασοβαρευτήκαμε.



Ζέστη πάλι και μισοχάζευα ελαφρώς πως ζαβλακωμένος και σκεφτόμουνα πως η Συμφωνική των Τζιτζικιών είχε πια συμπληρωθεί, αφού μέχρι πριν λίγο παρουσίαζε κάποια κενά. Κι ύστερα δεν ξέρω πώς, κάτι που δεν τό’χα ξαναπροσέξει, πεταγόταν κάπου κάπου ένα σολίστας -τενόρος μάλλον- ένας τζίτζικας διαφορετικός που για λίγο ξεχώριζε απο την συγχορδία της ορχήστρας. Κι ενώ τα σκεφτόμουνα αυτά και τελείως άσχετα μού’ρθε στον νού ένα ποίημα του Καβάφη. Έτσι, ουρανοκατέβατα που δείχνει νομίζω την τρικυμία που επικρατεί πολλές φορές στο ανθρώπινο κρανίο- το δικό μου τουλάχιστον. Το παραθέτω:

ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ EΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ, 200 π.Χ

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.