JIM HARRISON DRAWING

Γεννημένος το 1939 πέθανε προχθές, 26 Μάρτη, ο Αμερικανός συγγραφέας James “Jim” Harrison. Γνώστός για τα μυθιστορήματα και την ποίησή του, άρθρα για την ζωή κοντά στην φύση και για το φαγητό. Τον έχουν αποκαλέσει “φυσικό φαινόμενο” και τον συγκρίνουν με τον William Faulkner και τον Ernest Hemingway. Οι ιστορίες του διαδραματίζονται συνήθως στα δυτικά της Β. Αμερικής.
Άνθρωπος ισχυρογνώμων με όρεξη μυθική πίστευε πως “πολλές απο τις αποτυχίες μας στην πολιτική, την τέχνη και την οικογενειακή ζωή οφείλονται στο ότι δεν τρώμε με ζωντάνια.” Συχνά περιγράφει και καταγράφει τα κολοσσιαίαι γεύματα που δημιούργησε, κατανάλωσε ή έψαξε και ανακάλυψε. Η σχέση του με το φαγητό μόνο ως ακραία μπορεί να χαρακτηριστεί καθώς πέρασε όλα τα στάδια απο την ανορεξία μέχρι την μάχη με την ποδάγρα – την πάθηση των μεγάλων καλοφαγάδων.
Παραθέτω μια συνταγή απο το βιβλίο του “Τα ωμά και τα μαγειρεμένα: Περιπέτειες ενός περιφερόμενου γευσιγνώστη” (“The Raw and the Cooked: Adventures of a Roving Gourmand”) και εύχομαι καλή όρεξη και καλά ούζα… ή κρασιά, αν προτιμάτε:

ΚΕΦΤΕΔΕΣ του James Harrison

ΥΛΙΚΑ — 500 γρ. κιμάς μοσχαρίσιος ή βωδινός – 2 αυγά χτυπημένα – 5 σκελίδες σκόρδο – 1/4 φλυτζάνι μαϊντανός – 4 αντσούγες φιλέτο, κατά προτίμηση παστές στο αλάτι – μπόλικο ελαιόλαδο – αλάτι, πιπέρι – 1 φλυτζάνι φρέσκα ψίχουλα ψωμιού.

ΣΑΛΤΣΑ — Σ’ ένα ταψάκι βάζουμε μια γεναία δόση ελαιόλαδο. Κόβουμε στην μέση έξη περίπου ντομάτες και τις τοποθετούμε στο ταψί. Πασπαλίζουμε με ψιλοκομμένο σκόρδο, φρέσκο βασιλικό και θυμάρι. Το μαγειρεύμε στον φούρνο
για μια περίπου ώρα, στους 160 C. Ψιλοκόβουμε τις ντομάτες και η σάλτσα είναι έτοιμη.
ΚΕΦΤΕΔΕΣ — Σωτάρουμε σε λάδι το ψιλοκομμένο σκόρδο, μέχρι να γίνει διάφανο. Προσθέτουμε τις αντσούγες και μαγειρεύουμε μέχρι να λιώσουν, προσθέτουμε τον μαϊντανό και το αφίνουμε να κρυώσει. Ανακατεύουμε καλά τον κιμά με τα αυγά. Προσθέτουμε το σκόρδο και τις αντσούγες,τα ψίχουλα, και αλατοπιπερώνουμε. Πλάθουμε τους κεφτέδες -όχι πολύ μεγάλους γιατί θα σπάσουν. Τηγανίζουμε σε λάδι μέχρι να πάρουν χρώμα κι ύστερα μαγειρεύουμε σε χαμηλή φωτιά. Περιχύνουμε με την σάλτσα και μαγειρεύουμε για λίγα λεπτά ακόμα.


ΑΚοντά μεσάνυχτα, επιστρέφουμε σπίτι απο, πού αλλού, το καφενείο του χωριού.  Σ’ ένα χωράφι στην ερημιά  της Λαχανιάς μια ελιά και οι γύρω θάμνοι σιγοκαίνε.  Μόνοι τους, χωρίς ανθρώπινη ψυχή γύρω, χωρίς παρακολούθηση, χωρίς κάποια πηγή νερού κοντά για την περίπτωση που κάτι πάει στραβά.  Συνηθισμένο το φαινόμενο εδώ, είναι ο τρόπος που ξεφορτωνόμαστε κάποιο άχρηστο δέντρο ή ασκινούς και άλλους θάμνους.  Αν κάνει κανείς την παρατήρηση είναι πιθανό να αντιμετωπιστεί με ειρωνικά χαμογελάκια… “Τι θέλει τώρα αυτός… τι ξέρει απο γεωργικές δουλειές…”.  Μπορεί ακόμα να τον αντομετωπίσουν και με το “λογικό” επιχείρημα πως “Τώρα είναι εποχή που επιτρέπεται το κάψημο”, λες και η φωτιά ζητά την άδεια κανενός για να πάρει φόρα και να φουντώσει και παραβλέποντας το γεγονός πως οι περισσότερες πυρκαγιές οφείλονται σε ατυχήματα, όπου η φωτιά ξέφυγε απο αυτούς που υποτίθεται πως ξέρουν πώς και πότε να την ανάψουν.
Β

Αυτά σαν γενικές σκέψεις και παρατηρήσεις. Όμως η παροιμία λέει “Πυρ, γυνή και θάλασσα” (την αναφέρω με κίνδυνο να χαραχτηριστώ σεξιστής και πολιτικά μη ορθός) μα το κακό έχει και συνέχεια και πρέπει να συμπληρωθεί με το νερό: οι βλάβες στο δικτύο υδροδότησης στην περιοχή της Λαχανιάς είναι μέρος της καθημερινότητάς μας, εμφανίζονται συχνότατα και οφείλονται κύρια στην παλαιότητα και γενικά την κακοδιαχείρηση του δικτύου ή και σε ανθρώπινα λάθη. Σήμερα, Κυριακή, ήταν μια απο αυτές τις μέρες. Παίρνω λοιπόν τηλέφωνο την σχετική υπηρεσία της ΔΕΥΑΡ .
ΕΓΩ: Λέγομαι Παυλίδης, θέλω να δηλώσω μια βλάβη.
ΔΕΥΑΡ: Μάλιστα κύριε, τι βλάβη, δικιά σας είναι;
ΕΓΩ: Εγώ δεν έχω νερό μα είναι βλάβη στο δίκτυο.
ΔΕΥΑΡ: Μάλιστα. Πού ακριβώς βρίσκεστε;
ΕΓΩ: Στον παλιό δρόμο Γενναδίου – Λαχανιάς, κοντά στον Αη Γιώργη.
ΔΕΥΑΡ: Α… για να δούμε… ναι… Λαχανιά… α… παλιός δρόμος… Εντάξει κύριε, αλλά θα το φτιάξουμε αύριο.
ΕΓΩ: Κι έγώ τι θα κάνω μέχρι αύριο;
ΔΕΥΑΡ: Ε…. να, ξέρετε… είναι Κυριακή…. είναι και η ώρα τέτοια (ΣΣ μεσημέρι)… είναι και δική σας βλάβη…
ΕΓΩ: Δεν είναι δική μου βλάβη σας είπα, είναι του δικτύου. Δεν θέλω υδραυλικό για την βρύση μου μα θέλω την ΔΕΥΑΡ για το δίκτυο. Και για πέστε μου τι θα πεί είναι Κυριακή και είναι και η ώρα τέτοια; Τέτοια ώρα Κυριακή δεν δουλεύουν τα συνεργεία της ΔΕΥΑΡ;
ΔΕΥΑΡ: Τι να κάνω, κύριε… Αύριο θα το φτιάξουμε.

Αποδίδω τον διάλογο όσο πιο πιστά τον θυμάμαι. Ξημερώματα Δευτέρας τώρα και βέβαια νερό δεν υπάρχει, η διαρροή και η απώλεια νερού από την βλάβη συνεχίζεται.
Διθάβαζα τελευταία στον τύπο πως είμαστε λέει στο έλεος της ΔΕΗ. Παρακαλώ να προστεθεί και η ΔΕΥΑΡ -που βέβαια άσχετα απο την μέρα και την ώρα δεν έχει πρόβλημα να φουσκώνει τους λογαριασμούς.