PAGES 10p 6“Εγραφα χθές για ένα βιβλίο που έχω εικονογραφήσει και που μόλις κυκλοφόρησε.   Υπάρχει λοιπόν μια ευχή, καθιερωμένη πια, τυποποιημένη θα έλεγε κανείς, για ένα βιβλίο που πρωτο- κυκλοφορεί: “Καλοτάξειδο!”.  Κι η ευχή αυτή έρχεται τώρα και φτάνει μέχρι εμένα απο παντού.
Έχω ζήσει και δουλέψει λίγο ή πολύ πάνω σ’ όλες τις φάσεις της δημιουργίας ενός βιβλίου, από την σύλληψη και το γράψιμο μέχρι που να μπει στους πάγκους και τα ράφια των βιβλιοπωλείων και ομολογώ πως δεν μπορώ να σκεφτώ μιαν ευχή πιο κατάλληλη, πιο ταιριαστή.  Γιατί τι άλλο παρά ένα μεγάλο και απρόβλεπτο ταξείδι, ή πολλά επιμέρους ταξείδια, είναι η ζωή ενός βιβλίου;
Εν αρχή ην ο λόγος και ο λόγος είναι ή μπορεί και να μην είναι στο κεφάλι του συγγραφέα.  “Το γράψιμο είναι εύκολο”, είπε ο Gene Fowler.  “Το μόνο που έχεις να κάνεις είναι να σκύψεις πάνω σ’ ένα λευκό χαρτί μέχρι να σχηματιστούν σταγόνες αίμα στο μέτωπό σου”.  Τόσο απλό.  Κι ύστερα, ας πούμε πως στάξαν οι σταγόνες και πως ήρθε η ώρα και γράφτηκε η λέξη ΤΕΛΟΣ.  Ε, ύστερα πρέπει να βρείς έναν εκδότη, πράγμα όχι και τόσο εύκολο σε εποχές κρίσεως οικονομικής.  Κι ας πούμε πως βρέθηκε κι ό εκδότης.  Τώρα χρειάζεται ο εικονογράφος, αν χρειάζεται.  Κι αν μεν είναι της επιλογής του ίδιου του συγγραφέα πάει καλά, γιατί αυτός αναλαμβάνει την ευθύνη και καλά να πάθει.  Αν όμως, πράγμα όχι σπάνιο, είναι επιλογή του εκδότη;  Τα πράγματα τότε μπερδεύονται λίγο και μπερδεύονται γιατί οι εικονογράφοι είναι περίεργοι άνθρωποι, που είναι ή νομίζουν πως είναι καλλιτέχνες, που έχουν άποψη για το κάθε τι, που είναι ισχυρογνώμονες και που απεχθάνονται τις προθεσμίες σε αντίθεση με τους εκδότες.  Κι επειδή τώρα ένα εικονογραφημένο βιβλίο είναι ένα άλλο, ένα καινούριο βιβλίο, μπορεί ύστερα απ’ όλα αυτά να είναι πολύ καλό μπορεί να είναι και πολύ κακό ή κάπου στην μέση και πολύ πιθανό κάτδιαφορετικό απ’ αυτό που ο συγραφέας είχε αρχικά στο μυαλό του.
Εδώ εμφανίζομαι εγώ, ο εικονογράφος που λέγαμε, στην περίπτωσή μας επιλεγμένος κοινή συναινέσει συγγραφέα και εκδότη.  “Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η σονάτα της Φανής. Θέλεις να το εικονογραφήσεις”, με ρωτούν.  Χουμ χουμ…  ΄Ομολογώ πως δύσκολα αναλαμβάνω πια τέτοιες δουλειές, δηλαδή όχι όποια κι όποια καθώς η ζωή του συνταξιούχου έχει και τα καλά της.  Πρέπει να μ‘ αρέσει κιόλας, να με εμπνέει.  Ε, το κείμενο μου άρεσε λοιπόν!   Μου άρεσε γιατί απο τις πρώτες αράδες υποχρεώθηκα να συνεχίσω για να δω τι γίνεται παρακάτω.  Γιατί είναι ένα ποίημα που η κάθε του παράγραφος είναι και μια εικόνα -ένας παράδεισος για τον εικονογράφο.  Γιατί είναι μεν για παιδιά μα που κι εγώ ο μεγάλος το φχαριστήθηκα.  Γιατί  μιλάει για καλούς και κακούς και για μια Φανή που ζεί σ’ ένα τσουκάλι, κι ένα καράβι ριγμένο ξυλάρμενο στα βράχια που λες κι είναι στοιχειωμένο.  Και μιλάει και για ένα άσπρο δέντρο, στοιχειό λες κι αυτό.  Κι έχει κι έναν κόρακα με ανθρώπινη λαλιά και που πολλές φορές δεν ξέρεις αν αυτός που κάνει κουμάντο είναι πράγματι ο κακός Βόρακας  ή αυτός, ο Κόρακας.  Κι ύστερα έχει κι ένα τσούρμο παιδάκια που παίρνουν τα πράγματα στα χέρια τους όπως πολλές φορές κάνουν τα παιδάκια και τότε αφήνουν τους μεγάλους να ξύνουν το κεφάλι τους και που έτσι στο τέλος βγαίνει ξανά ο ήλιος.  Κι όπως γίνεται στα παραμύθια έζησαμε εμείς καλά κι αυτοί καλύτερα ή και αντίστροφα.
Το εικονογράφησα λοιπόν το βιβλίο και το διασκέδασα. Βούτηξα στην ιστορία τόσο που πολλές φορές αντί να μετράω προβατάκια για να με πάρει ο ύπνος έγώ έβλεπα πως αρμάτωνα το καράβι, ενώ με την σφεντόνα προσπαθούσα ταυτόχρονα να διώξω τον παλιο-Κόρακα που γυρόφερνε ψηλά στην μαϊστρα.
Για την περιπέτεια μου αυτήν οφείλω να συγχαρώ και να ευχαριστήσω την Γεωργία Γαλαναπούλου, την συγγραφέα.  Χωρίς αυτήν τί θα εικονογραφούσα εγώ;  Κι ύστερα, να ευχαριστήσω την Ελενα Πατάκη που με σκέφτηκε και μού’δωσε την ευκαιρία αυτήν.  Ευχαριστώ Γεωργία, ευχαριστώ Έλενα.  Εγώ πάντως το διασκέδασα!  Τώρα το βιβλίο ΜΑΣ πήρε δρόμο κι έφυγε κι ούτε εσείς ούτε εγώ ελέγχουμε πια το ταξείδι του.  “Καλοτάξειδο!”.


THE COVER AaΞέρετε πώς διαλαλούν οι κότες την γέννηση του αυγού τους, ε. Κάπως έτσι τώρα κι εγώ γιατί μόλις μου ανακοινώθηκε -τηλεφωνικά.  Ακόμα δεν το έχω πιάσει στα χέρια μου μα μπορώ τώρα να ανακοινώσω πως κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη  “Ο Βόρακας, ο Κόρακας και η σονάτα της Φανής”, μια ιστορία, ένα παραμύθι της Γεωργίας Γαλανοπούλου.
Στις επόμενες ημέρες, όταν θα το έχω μπροστά μου -στα χέρια μου- θα γράψω περισσότερα.  Για την ώρα, θέλω μόνο να ευχαριστήσω την Γεωργία Γαλανοπούλου και τη Έλενα Πατάκη που με εμπιστεύτηκαν και μου έδωσαν την ευκαιρία να το εικονογραφήσω. Κι ακόμα τον Βασίλη Δημουλίνο για την άψογη συνεργασία πάνω στο γραφίστικο μέρος.
Παραθέτω το εξώφυλλο και τις πρώτες αράδες.

Στην άκρη της πόλης,
εκεί που η θάλασσα με τη στεριά
άλλοτε αντάλλαζαν φιλιά,
εκεί που τ’ ασπρόδεντρο το μαραμένο
μονάχο στέκεται και λυπημένο,
κάποτε ζούσε η Φανή,
η διάφανη, η φωτεινή.
Μάλιστα, λένε κάποιοι μεγάλοι
πως πλάι στο ασπρόδεντρο
σ’ ένα παλιό τσουκάλι
ακόμα και σήμερα μπορείς να δεις
αυτό που ήταν άλλοτε το σπίτι της Φανής.
Να ξέρει άραγε να πει κανείς
την ιστορία της Φανής;
Πώς χάθηκε απ’ τη φύση
κι αν πάλι θα γυρίσει;
Ο Βόρακας ξέρει! Ίσως μιλήσει…

Να το καράβι του!
Σαν φάντασμα στέκει φοβερό
σ’ άδειο λιμάνι, δίχως νερό.
Κι έτσι που γέρνει ρημαγμένο
λένε πως είναι στοιχειωμένο!


4629 Μαϊου σημέρα, επέτειος της  άλωσης της Πόλης.  Τα ιστορικά γεγονότα είναι γνωστά κι εγώ δεν έχω τίποτα να προσθέσω, γι αυτό και δίνω τον λόγο στους ποιητές.

Πάρθεν ἡ Ρωμανία
Δημοτικὸ τοῦ Πόντου

Ἕναν πουλίν, καλὸν πουλὶν ἐβγαίν᾿ ἀπὸ τὴν Πόλιν,
οὐδὲ στ᾿ ἀμπέλια κόνεψεν οὐδὲ στὰ περιβόλιαν,
ἐπῆγεν καὶ ἐκόνεψεν, σ᾿ Ἁγιά-Σοφιᾶς τὴν πόρταν.
Ἔδειξεν τ᾿ ἕναν τὸ φτερόν, στὸ αἷμα βουτεμένον,
καὶ σ᾿ ἄλλον τὸ φτερὸν μαθέ, χαρτὶν βαστᾷ γραμμένον,
ἀτό, κανεὶς κι ἀναγνῶθ᾿, κανεὶς καὶ ξέρ᾿ντὸ λέγει,
μηδὲ κι ὁ Πατριάρχης μου, μ᾿ ὅλους τοὺς πουπᾶδες.
Κ᾿ ἕνα παιδίν, καλὸν παιδίν, πάει κι ἀναγνώθει,
σίντα ἀναγνώθει, σίντα κλαίει, σίντα κλούει τὴν καρδίαν:
– Νὰ ἠλὶ ἐμᾶς, νὰ βάι ἐμᾶς, πᾶρθεν ἡ Ρωμανίαν,
νὰ ἠλὶ ἐμᾶς, νὰ βάι ἐμᾶς, οἱ Τοῦρκοι τὴ Πόλη ἐπέραν
………………………………….

Θρῆνος τῆς Κωνσταντινουπόλεως
Δημοτικό
……………………………………………………………
Ἐκείν᾿ ἡ μέρα σκοτεινή, ἀστραποκαϊμένη,
τῆς Τρίτης της ἀσβολερῆς, τῆς μαυρογελασμένης,
τῆς θεοκαρβουνόκαυτης, πουμπαρδοχαλασμένης,
ἔχασε ἡ μάννα τὸ παιδὶν καὶ τὸ παιδὶν τὴν μάνναν,
καὶ τῶν κυρούδων τὰ παιδιὰ ὑπᾶν ἀσβολωμένα,
δεμέν᾿ ἀπὸ τὸν τράχηλον καὶ τὸ οὐαὶ φωνάζουν
μὲ τὴν τρομάραν τὴν πολλήν, μὲ θρήνισμον καρδίας.
………………………………………
Ὁ κύρης βλέπει τὸ παιδὶν καὶ τὸ παιδὶν τὸν κύρην,
ἄφωνοι, δίχως ὁμιλίαν, διαβαίνουν τὸ μαγκούριν.
Οἱ μάνες οἱ ταλαίπωρες ὑπᾶν ξεγυμνωμένες,
τῆς πόλης οἱ πολίτισσες ἐξανασκεπασμένες,
πλούσιες πτωχὲς ἀνάκατα, μὲ τὸ σκοινὶ δεμένες,
τῆς πόλης οἱ εὐγενικές, οἱ ἀστραποκαϊμένες.
………………………………………
ὤ, Κωνσταντῖνε Δράγαζη, κακὴν τύχην ὁποῦ ῾χες,
καὶ τί νὰ λέγω, οὐκ ἠμπορῶ, καὶ τί νὰ γράφω οὐκ οἶδα,
σκοτίζει μου τὸ λογισμὸν ὁ χαλασμὸς τῆς πόλης.

Θάνατος καὶ Ἀνάστασις τοῦ Κωνσταντίνου Παλαιολόγου
Ὀδυσσέας Ἐλύτης
———————————-
III
Τώρα καθώς του ήλιου η φτερωτή ολοένα γυρνούσε και πιο γρήγορα οι αυλές βουτούσαν μέσα στο χειμώνα κι έβγαιναν πάλι κατακόκκινες απ’ τα γεράνια
Κι οι μικροί δροσεροί τρούλοι όμοια μέδουσες γαλάζιες έφταναν κάθε φορά και πιο ψηλά στ’ ασήμια που τα ψιλοδούλευε ο αγέρας γι’ άλλων καιρών πιο μακρινών το εικόνισμα
Κόρες παρθένες φέγγοντας η αγκαλιά τους ένα θερινό ξημέρωμα φρέσκα βαγιόφυλλα και της μυρσίνης της ξεριζωμένης των βυθών σταλάζοντας ιώδιο τα κλωνάρια
Του ‘φερναν Ενώ κάτω απ’ τα πόδια του άκουγε στη μεγάλη καταβόθρα να καταποντίζονται πλώρες μαύρων καραβιών τ’ αρχαία και καπνισμένα ξύλα όθε με στυλωμένο μάτι ορθές ακόμη Θεομήτορες επιτιμούσανε
Αναποδογυρισμένα στις χωματερές αλόγατα σωρός τα χτίσματα μικρά μεγάλα θρουβαλιασμός και σκόνης άναμμα μες στον αέρα
Πάντοτε με μια λέξη μες στα δόντια του άσπαστη κειτάμενος
Αυτός
ο τελευταίος Έλληνας!

Η εικόνα είναι απο το βιβλίο μου “Ρόδος 1306-1522, μια Ιστορία”.  Τι σχέση έχει η Ρόδος με την Πόλη και τον Μωάμεθ τον Πορθητή;  Έχει. Γιατί τώρα η αντίστροφη μέτρηση για το χριστιανισμό στην Aνατολή έχει αρχίσει. Στην Aνατολή και τα Bαλκάνια, η ημισέλινος κυματίζει παντού.  Παντού; E, όχι και παντού!  H Pόδος κρατάει ακόμα γερά και από τώρα θα αποτελέσει τον κύριο στόχο του Πορθητή. και των διαδόχων του.



LADY HANDLEBARΑν σας έλεγαν πως μέχρι πριν δυο χρόνια σε μια Ευρωπαϊκή μεγαλόπολη μια γυναίκα θα χρειαζόταν άδεια απο τον δήμαρχο για να φορέσει πανταλόνια, τι θα λέγατε;  Εμένα μου το λέγανε και δεν το πίστευα.  Και όμως, μέχρι το 2013 ο νόμος στο Παρίσι απαιτούσε άδεια απο τις δημοτικές αρχές προκειμένου “να ντυθεί μια γυναίκα σαν άντρας”, πανταλονιών συμπεριλαμβανομένων. Εξαίρεση υπήρχε στην περίπτωση που η γυναίκα “κρατούσε τιμόνι ποδηλάτου ή γκέμια αλόγου”.
Η αλήθεια όμως είναι πως οι γυναίκες φορούσαν πανταλόνια απο αρχαιοτάτων χρόνων, όπως μαρτυρούν οι τόσες και τόσες απεικονίσεις Αμαζόνων.  Πανταλόνια φορούσαν και στην Γαλλική επανάσταση, πανταλόνια και οι εργάτριες στους δυο παγκόσμιους πολέμους, πανταλόνια η  Marlene Dietrich και Audrey Hepburn.
Αυτό όμως δεν εμπόδισε τον κοινωνικό και θρησκευτικό συντηρητισμό (μαζί πάνε τις πιο πολλές φορές) να επιβάλλουν στις γυναίκες τους δικούς τους “ηθικούς” και αισθητικούς κανόνες.  Ας κάνουμε λοιπόν τώρα μια μικρή βόλτα στον κόσμο των γυναικείων πανταλονιών και…φωτιά στα μπατζάκια μας (τους).
Στην πλειονότητά τους οι θρησκείες τα απαγορεύει.  Οι Γραφές, για διάφορους Χριστιανους και ορθόδοξους Εβραίους τα απαγορέυουν.  “η γυναίκα να μη φοράει όσα ανήκουν στον άνδρα… όσοι το κάνουν αποτελούν βδέλυγμα μπροστά στον θεό”, λέει το Δευτερονόμιο 22:5.  Ακόμα, κατά τους ορθόδοξους Εβραίους το κενό εκείνο ανάμεσα στα σκέλη μιας γυναίκας είναι ιερό και ιδιωτικό και πρέπει να καλύπτεται.
Στην Αμερική στις 28 Μαϊου 1923, μια μέρα σαν σήμερα πριν 92 χρόνια, ο Υπουργός Δικαιοσύνης αποφασίζει πως είναι νόμιμο για τις γυναίκες να φορούν πανταλόνια όπου θέλουν.
Το 1969 η Charlotte Reid ήταν η πρώτη που φόρεσε πανταλόνια στο Αμερικάνικο Κογκρέσο, ενώ μέχρι το 1993 τα πανταλόνια δεν επιτρέπονταν στην Αμερικάνικη Γερουσία, μέχρι που δυο γυναίκες Γερουσιαστές αψήφισαν τον κανονισμό.
Η Pat Nixon ήταν η πρώτη “Πρώτη Κυρία” με πανταλόνια και η Hillary Clιnton η πρώτη “πανταλονού” σε επίσημο πορτρέτο του Λευκού Οίκου.
Το 2004, η Διεθνής Ομοσπονδία Καλλιτεχνικού Πατινάζ επέτρεψε τα πανταλόνια στις γυναίκες και η Βασιλική Έφιππη Αστυνομία του Καναδά το 2012.  Η Τούρκικη Βουλή τα επέτρεψε το 2013.
Για μένα δεν μένει τώρα παρά να τραγουδήσω το παλιό εκείνο άσμα:
“Αχ Βαλεντίνα, αχ βρε τσαχπίνα,
………………..
όπως πας σε λίγα χρόνια
θα φορέσεις πανταλόνια
Βαλεντίνα, Βαλεντίνα”


GUSTAV MAHLER“Η παράδοση δεν είναι για να διατηρήσει τις στάχτες αλλά για να μεταδόσει την φλόγα”.
Gustav Mahler

Gustav Mahler (1860-1911).  Αυστριακός συνθέτης και μαέστρος.  Αποτέλεσε την γέφυρα ανάμεσα στην Αυστρο-Γερμανική παράδοση του 19ου αιώνα και τον μοντερνισμό των αρχών του 20ου αιώνα. Διάσημος ως μαέστρος στην εποχή του αλλά η μουσική του έγινε ευρύτερα γνωστή πολύ αργότερα, μετά το 1945.
Στην νεότητά του ο Μάλερ ήταν χορτοφάγος.  Κάποιος βιογράφος του μάλιστα αναφέρει πως οι φίλοι και συνάδελφοί του μουσικοί των πείραζαν γιατί αντί για κρέας έτρωγε σπανάκι και μήλα.
Λέγεται πως την συνήθεια αυτή την απόκτησε διαβάζοντας ένα σχετικό κειμένο του μεγάλου και τρανού Ριχάρδου Βάγκνερ γιατί την ίδια χρονιά, 1880, που κυκλοφόρησε το κείμενο του Βάγκνερ ο Μάλερ έγραψε σ’ έναν φίλο:
“Τον τελευταίο μήνα είμαι ένας τέλειος χορτοφάγος. Η ηθική επίδραση αυτού του τρόπου ζωής, με την αυτο-τιμωρία του σώματος, είναι τεράστια.  Δεν περιμένω τίποτ’ άλλο απο την αναγέννηση του ανθρώπινου γένους.  Σε συμβουλεύω να τρώς κατάλληλη τροφή και σύντομα θα δείς το αποτέλεσμα των προσπαθειών σου.”
Τελικά, ο Μάλερ υποχρεώθηκε να εγκαταλείψει την χορτοφαγία, αν και μια σειρά απο προβλήματα υγείας τον έκαναν να προσέχει πάντα την δίαιτά του.
Το αν και πόσο τα κατάφερνε στην κουζίνα δεν το ξέρουμε.  Ξέρουμε όμως πως η αδελφή του, η Justine, έφτιαχνε ένα φοβερό Marillenknoedel, το παραδοσιακό Βιεννέζικο γλυκό με βερύκοκο.  Ένας φίλος του, ο Karpath,   αναφέρει το σοκ που ένοιωσε ο συνθέτης όταν άκουσε πως του Karpath δεν του άρεσε το γλυκό αυτό.  “Πώς!”, ούρλιαξε ο Μάλερ, “Υπάρχει κάποιος Βιεννέζος που δεν του λέει τίποτα το Marillenknoedel;  Τώρα αμέσως θα πάμε να δοκιμάσουμε το θείο αυτό έδεσμα.  Η αδελφή μου, η Justi, έχει δικιά της συνταγή και θα δούμε αν θα μείνεις απαθής και αδιάφορος”.
Περιττό να πούμε πως ο Karpath έγινε αμέσως οπαδός του Marillenknoedel κι ίσως γίνετε κι εσείς αφού δοκιμάστε την συνταγή που παραθέτω.

1 kg πατάτες
250 gr αλεύρι
1 αυγό
Αλάτι
Κανέλλα σκόνη
ζάχαρη
90 gr βούτυρο
100 gr ψίχουλα ψωμιού
350 gr περίπου βερίκοκα. Αφαιρούμε τα κουκούτσια και γεμίζουμε το κενό με μαρμελάδα βερίκοκο ή έναν κύβο ζάχαρη

Βράζουμε τις πατάτες και τις περνάμε από τον μύλο των λαχανικών ή του πουρέ.  Τις ανακατεύουμε καλά με το αλεύρι, αυγό, λίγο βούτυρο και αλάτι μέχρι να γίνει ένα ομοιογενές μίγμα.  Τυλίγουμε την ζύμη με πλαστική μεμβράνη και βάζουμε στο ψυγείο για λίγες ώρες.
Φτιάχνουμε με την ζύμη μπάλες και με τον αντίχειρα κάνουμε στην μέση ένα βαθούλωμα μέσα στο οποίο τοποθετούμε ένα βερίκοκο.  Με το χέρι δουλεύουμε την ζύμη ώστε να καλύψει καλά όλο το φρούτο και να γίνει μια μπάλα.
Σε νερό που βράζει τοποθετούμε προσεκτικά τις μπάλες.  Χαμηλώνουμε την φωτιά και βράζουμε για 10-12 λεπτά.
Στο μεταξύ ροδίζουμε τα ψίχουλα στο βούτυρο μαζί με λίγη ζάχαρη και κανέλλα. Τα αφήνουμε να κρυώσουν και όταν έχουν βράσει οι μπάλες με τα βερίκοκα τις τοποθετούμε προσεχτικά στο τηγάνι με ένα τρυπητό κουτάλι. Κινούμε ελαφρά πέρα δώθε ώστε να καλυφθουν καλά με τα τηγανισμένα ψίχουλα.  Τοποθετούμε σε πιατέλα και σερβίρουμε.
Υπάρχουν βέβαια παραλλαγές, οπως δαμάσκινα αντί βερίκοκα, ή τυρί αντι πατάτα.
Άλλοι βάζουν απο πάνω κρέμα βανίλια ή βανίλια παγωτό. Πειραματιστήτε!

Για μουσική συνοδεία σκέφτομαι πως ίσως κάτι απο την Συμφωνία Νο. 2 του Mahler να πηγαίνει ωραία με το Marillenknoedel.