Είμαι θυμωμένος. Θέλω να φωνάξω, να ουρλιάξω, θέλω να βρίσω, θέλω να κλάψω και φοβάμαι όταν ο θυμός μου γίνεται δάκρυα.
Θέλω να βρω τις λέξεις που θα χαραχτηρίσουν τα ανθρωπόμορφα κτήνη που κατέστρεψαν προϊόντα τέχνης ενός απο τους μεγαλύτερους πολιτισμούς- το μουσείο της Μοσούλης… μα το λεξιλόγιό μου δεν είναι τόσο πλούσιο όσο θα’ θελα.
Θέλω να καταλάβω πώς ο θρησκευτικός φανατισμός μπορεί να στραφεί ενάντια στην τέχνη, το πιο ευγενές προϊόν του ανθρώπινου γένους. Ο ίδιος αυτός φανατισμός που κατέστρεψε αρχαία Ελληνικά αγάλματα και ναούς, που έκαψε βιβλιοθήκες μαζί κι ανθρώπους. Όμως δεν πολυκαταλαβαίνω. Πάω σε μια γωνιά μην τύχει και δει κανείς τα δάκρυά μου.

THE HEAD

I am angry. I want to shout, to scream, to curse. I want to cry and I am afraid when my anger becomes tears.
I want to find words to characterize the humanoid beasts that destroyed works of art of one of the greatest civilizations -the museum of Mosul… but my vocabulary isn’t as rich as I would like it to be.
I want to understand how religious fanaticism can turn against art, the most noble product of the mankind. That fanaticism that it also destroyed ancient Greek statues and temples, that burnt books and people along with them. But I do not understand much. I will go to some corner, lest someone will see my tears.

 


¨Ελεγα πριν όχι πολύ καιρό για τις επιρροές που, όπως ο κάθε καλλιτέχνης, δέχτηκα πριν κατασταλάξω κάπου. Κι έλεγα πως πριν ακόμα πάω να σπουδάσω με τραβούσαν οι γκραβούρες, οι ξυλογραφίες, οι λιθογραφίες, απο τον 15ο μέχρι και τον 19ο αι., που πολλές φορές τις αντέγραφα σαν άσκηση.
Να λοιπόν τώρα ένας “συνάδελφος”, ένας μαέστρος της τέχνης απ’ αυτούς που πάντα είχα στην καρδιά μου:
Ο Honoré Daumier γεννήθηκε στις 26 Φλεβάρη 1808, μια μέρα σαν και σήμερα πριν 207 χρόνια. Ζωγράφος και γλύπτης, μα περισσότερο γνωστός ως γελοιογράφος, για τις καρικατούρες πολιτικών προσώπων και την κοινωνική του σάτιρα .
Είπε γι αυτόν ο Baudelaire: Ένας απο τους πιο σπουδαίους ανθρώπους, όχι μόνο της γελοιογραφίας μα και της σύγχρονης τέχνης.

‘Ηταν πολύ δύσκολο να διαλέξω κάποια απο τις χιλιάδες λιθογραφίες και σχέδια του Ντομιέ. Παραθέτω μια – “ Βourgeois” – λίγο πολύ στην τύχη.

HONORE DAUMIERI was telling some time ago about the influences I received, like every other artist, before I had settled to some sort of style of my own.  I was saying of how, even before I went to study,  I had been attracted by the engravings -wood or copper plate- of the Renaissance and by by the lithographs of the 19th c., many of which I would copy as an exercise.
Here is then a “colleague”, a master, one of those whose work I have always admired:
Honoré Daumier was born on February 26, 1808, a day like today 207 years ago.  Painter and sculptor is better known for his caricatures of political persons and his lithographs of social satire.
Baudelaire said of him:  One of the most important men, I will not say only of caricature, but also of modern art.

It was very hard for me to one of the thousands of lithographs of Daumier.  I chose one -“Βourgeois – more or less randomly.


THE HUNTERΗ εποχή του κυνηγιού είναι σε πλήρη εξέλιξη.  Τυφεκιοφόροι με στολή παραλλαγής τριγυρνάν σε βουνά και κάμπους και “Μπαμ μπούμ πιστολιές και κουμπουριές,  -ώπλες, γιάλα, ώπλες!”, που τραγούδαγε η Ρόζα Εσκενάζη.  Έχει ώρες που αισθάνεται κανείς πολιορκημένος, πως είναι σε κάποια εμπόλεμη ζώνη, στο Ιρακ ή το Ντονιέσκ ας πούμε.
Μα πριν προχωρήσω παρακάτω να ξομολογηθώ πρώτα μιαν αμαρτία μου.  Πιτσιρικάς, ήμουν δεινός σφενδονίτης και σφενδονοκατασκευαστής με μεγάλες επιτυχίες ενάντια στα δύσμοιρα μουσουφάκια και τα σπουργίτια, που αργά τ’ απόγιομα κατέβαιναν να κουρνιάσουν στους ευκάλυπτους του Ξεν/χείου των Ρόδων και στο νεκροταφείο του Μουράτ Ρεϊς.  Ως εκεί όμως. Αυτά μέχρι που έγινα δεκατεσσάρων, δεκαπέντε χρόνων.  Μετά, τα ενδιαφέροντα μου στράφηκαν αλλού και τώρα πια προσπαθώ να καταλάβω τι ευχαρίστηση μπορεί να βρίσκει κάποιος κυνηγώντας και σκοτώνοντας ζωντανά πλάσματα.
Γνωρίζω βέβαια πως το κυνήγι είναι βαθειά ριζωμένο στα γονίδιά μας, πως ο άνθρωπος πρώτα έγινε κυνηγός κι ύστερα οτιδήποτε άλλο. Μ’ αυτήν την έννοια κι επειδή δεν μας χρειάζεται πια για εξεύρεση τροφής μπορώ να δεχτώ το κυνήγι αλλά μόνο ως σπόρ με ό,τι αυτό συνεπάγεται: υπευθυνότητα, εντιμότητα,  δικαιοσύνη, σεβασμό προς τον αντίπαλο (το θήραμα στην περίπτωση αυτήν) και την κοινωνία και, ειδικά στην περίπτωσή μας, σεβασμό προς το περιβάλλον μέρος του οποίου αποτελούν τα θηράματα.
Θα σταθώ σ’ αυτό το τελευταίο προς το παρόν.  Η εικονογράφηση του κειμένου αυτού είναι ένα κολάζ.  Ένα σκίτσο δικό μου και μια φωτογραφία.  Η φωτογραφία είναι αληθινή.  Τα άδεια φυσίγγια και τα κουτιά συσκευασίας τους τα μάζεψα στον δρόμο που μένω μέσα σε μια απόσταση μικρότερη απο εκατό μέτρα.  Θα μπορούσα να μαζέψω πολλαπλάσια, στοίβες ολόκληρες, μα θεώρησα πως αυτά αρκούν για να τεκμηριώσω τα λεγόμενά μου, άσε που μου κόπηκε κι η μέση απο το σκύψημο. Ακόμα, θα παρατηρήσατε ίσως πως κάποιος ρέκτης και μερακλής κυνηγός αφού απόλαυσε την φραπεδιά του και κάπνισε και το τσιγάρο του -PRINCE παρακαλώ – θεώρησε σκόπιμο να ξεφορτωθεί τα σκουπίδια του στην μέση του δρόμου.  Γιατί όχι όμως… μήπως ήταν καθαρός ο δρόμος;


ILLUSTRATIONΗμέρες νηστείας για τους πιστούς ετούτες εδώ μα και ευκαιρία για αποτοξίνωση (υποτίθεται) για πολλούς άλλους. Λέω “υποτίθεται” γιατί εκτος κι αν είναι κανείς καλόγερος με τα όλα του, ακόμα και η νηστεία μπορεί να μετατραπεί σε φαγοπότι με λίγη καλή θέληση.
Έχω μπροστά μου τα “Πτωχοπροδρομικά”, γραμμένα γύρω στον 12 αι., στο θεοσεβούμενο και θεοκρατούμενο Βυζάντιο.  Για σύγκριση, να πούμε πρώτα πως ο αιώνια πεινασμένος Πτωχοπρόδρομος περιγράφει ανάμεσα στα άλλα και το κελάρι και το φαγητό μιας φτωχής οικογένειας της Κωνσταντινούπολης: ντόπια λαχανικά και φρούτα, ξύδι, μέλι, πιπέρι, κανέλα, κίμινο, αλάτι.  Τυρί, ελιές, κρεμμύδια, όλα βρασμένα. Το κρέας που ήταν σπάνιο το αντικαθιστούσαν με μπόλικο ψωμί.  Αυτά ο κοσμάκης μα στην άλλη άκρη της κοινωνικής κλίμακας τα πράγματα ήταν τελείως διαφορετικά, ως συνήθως.  Το παλάτι, δεσποτάδες και ηγούμενοι, έδιναν στους μαγείρους τους το ελεύθερο να δημιουργούν τις πιο περίτεχνες και εξεζητημένες γεύσεις.
Ο Πτωχοπρόδρομος, που του τρέχουν τα σάλια, περιγράφει σαρκάζοντας ένα τέτοιο νιστήσιμο καλογερίστικο γεύμα.  “Πρώτο έρχεται το ψάρι στο φούρνο, γαύρος στο ζουμί του.  Ύστερα, ένα ζουμερό πιάτο, μπακαλιάρος βουτηγμένος στη σάλτσα.  Τρίτο, το γλυκόξινο πιάτο:  σάλτσα από σαφράν, γαρύφαλλο, βαλεριάνα, κανέλα και μικρά μανιτάρια με ξύδι και ακάπνιστο μέλι.  Στη μέση ένα μεγάλο, χρυσό καπόνι.  Δίπλα, ένας κέφαλος τρείς πιθαμές μάκρος, ολόφρεσκος απο το λιμάνι, με το αυγοτάραχό του κι ένας πρώτης τάξεως κυπρίνος.  Ωωω!  Αφίστε με να φάω τ’ αποφάγια, αφίστε με να βουτήξω στις σάλτσες, αφίστε μου τέσσερεις κούπες Χιώτικο κρασί, αφίστε με να ευχαριστηθώ!  Τέταρτο, έρχονται τα ψάρια σχάρας και πέμπτο τα τηγανιτά… ένα καλκάνι με σάλτσα ψαριού πασπαλισμένο απο το κεφάλι μέχρι την ουρά με κύμινο, και το φιλέτο απο ένα μεγάλο λαυράκι.”
Νηστεία, ε!  Μακάρι να’ ταν κάθε μέρα.
Εύχομαι καλή Σαρακοστή με δυο συναταγές εποχής.

ΙΧΘΕΙΣ ΕΝ ΑΡΤΙΔΙΟΙΣ ΕΝΩΠΤΗΜΕΝΟΙ
Τοποθέτησε μικρά ψαράκια ανάμεσα σε δυό φύλλα ζύμης και κλείσε πιέζοντας τις άκρες γύρω γύρω. Ψήσε την πίτα σε ταψί, στον φούρνο.

ΦΑΚΕΣ ΜΕ ΠΡΑΣΑ
Απίκιος
Βράσε τις φακές σε αλατισμένο νερό μέχρι να είναι σχεδόν έτοιμες.  Πρόσθεσε τα πράσα κομμένα σε ροδέλες, φρέσκο κόλιαντρο και κοπανισμένους σπόρους απο το ίδιο, δυόσμο, σελινόριζα βουτηγμένη στο ξύδι.  Πρόσθεσε μέλι, ξύδι και ζωμό κρέατος.  Συνέχισε το βράσιμο μέχρι να μειωθούν αρκετά τα υγρά.  Πρόσθεσε λάδι και ανακάτεβε μέχρι να είναι έτοιμες οι φακές.  Ρίξε αλάτι και πιπέρι και σέρβιρε.  Αν χρειαστεί μπορείς να κάνεις το φαγητό πιο πηχτό προσθέτοντας ψίχουλα ψωμιού ή αλεύρι.


Γραμμένο απο τον Κάρολο Μαρξ και τον Φριντριχ Ένγκελς, στις 21 Φεβρουαρίου 1848, μια μέρα σαν σήμερα πριν 167 χρόνια, κυκλοφορεί στο Λονδίνο η πρώτη έκδοση του “Κομμουνιστικού Μανιφέστου”, στα Γερμανικά. Από τότε, το Μανιφέστο έχει αναγνωριστεί ως ένα απο τα πιό σημαντικά πολιτικά κείμενα, καθώς παρουσιάζει αναλυτικά την ταξική πάλη, τα προβλήματα του καπιταλισμού και της καπιταλιστικής μέθοδου παραγωγής.
Με τα λόγια των συγγραφέων, “ Η μέχρι τώρα ιστορία της υπάρχουσας κοινωνίας είναι η ιστορία της πάλης των τάξεων”. Η ακροτελεύτια φράση του Μανιφέστου “Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!” είναι ένα απο τα διασημότερα πολιτικά καλέσματα της ιστορίας.
Ταπεινή μου παρότρυνση, ιδιαίτερα προς όσους το κατακρίνουν χωρίς να το έχουν διαβάσει: Διαβάστε το!

Karl Marx 2On February 21, 1848, on a day like today 167 years ago, written by Karl Marx and Friedrich Engels, the first edition of the “Communist Manifesto” is published in London, in German. Since then the “Manifesto” has been recognized and acknowledged as one of the most influential political documents of all times as it presents an analytical approach to the class struggle and the problems of capitalism and the capitalist mode of production.
In the words of the authors, “The history of all hitherto existing society is the history of class struggles”. The last paragraph of the “Manifesto” “Proletarians of all countries, unite!” has become one of the most famous political slogans in history.
My humble recommendation, especially to those who are against it but haven’t read it: Read it!