BOCHΜε αφορμή το προηγούμενο δημοσίευμά μου το σχετικό με τον Van Gogh, ένας φίλος έβαλε υπ’ όψη μου ένα κείμενο του Rainer Maria Rilke.  Είναι απο το “3ο γράμμα προς έναν νέο ποιητή¨.  Αντιγράφω μικρό τμήμα του:
“…Τα έργα τέχνης έχουν μια απέραντη μοναξιά και ο πιο άχρηστος τρόπος να τα πλησιάσει κανείς είναι η κριτική.  Μόνο η αγάπη μπορεί να τα αγγίξει και να τα κρατήσει και να είναι δίκαια προς αυτά.  Έχε πάντα εμπιστοσύνη στον εαυτό και τα αισθήματά σου, σε αντίθεση με συζητήσεις και προλόγους… Αφησε την κρίση σου να αναπτυχθεί σιωπηλά και ανεμπόδιστα γιατί, όπως κάθε πρόοδος, έτσι κι αυτή πρέπει να έλθει βαθειά απο μέσα σου και δεν μπορεί να ζοριστεί ή να επιταχυνθεί.  Τα πάντα είναι κυοφορία κι ύστερα γέννηση….  αυτό και μόνο είναι ή έννοια του να είσαι καλλιτέχνης: το να κατανοείς  όπως και το να δημιουργείς.  Εδώ δεν μετράς με τον χρόνο, ένας χρόνος δεν έχει σημασία και δέκα χρόνια είναι τίποτα.  Το να είσαι καλλιτέχνης σημαίνει να μήν αριθμείς και να μην μετράς μα να ωριμάζεις σαν ένα δέντρο… που στέκεται με εμπιστοσύνη στις ανοιξιάτικες καταιγίδες, χωρίς να φοβάται μήπως και δεν έλθει το καλοκαίρι.  Το καλοκαίρι έρχεται.  Μα έρχεται για τους υπομονετικούς… Το μαθαίνω κάθε μέρα της ζωής μου, το μαθαίνω με πόνο και είμαι ευγνόμων -η υπομονή είναι το παν!”
Πίσω τώρα στον Van Gogh και στους ρυθμούς με τους οποίους κινείται η τέχνη και η ικανότητα εκτίμησής της, στο ερώτημα που είχα βάλει στην προηγούμενη ανάρτησή μου, στο κατα πόσο δηλαδή η κοινωνία ήταν (είναι) ώριμη σε μια δεδομένη στιγμή να καταλάβει και να εκτιμήσει ή όχι τον καλλιτέχνη.
Ως ένας απο τους πιο παραγνωρισμένους στην διάρκεια της ζωής του καλλιτέχνες, ο Van Gogh έχει πολλά να πεί πάνω στο θέμα της εκτίμησης και κατανόησης της τέχνης όπως και για την κατανόηση του ρόλου των ίδιων των δημιουργών της τέχνης αυτής. Γράφει κάπου στον αδελφό του, τον Theo, ο Vincent: Οι ζωγράφοι, για να πούμε μόνο γι αυτούς, σαν πεθάνουν μιλούν μέσα απο το έργο τους σε μια επόμενη γενιά ή σε πολλές επόμενες γενιές… Στην ζωή ενός ζωγράφου ο θάνατος ίσως να μην είναι το πιο δύσκολο πράγμα.
Χμμμ… “ Οι ζωγράφοι μιλούν μέσα απο το έργο τους σε μια επόμενη γενιά ή σε πολλές επόμενες γενιές… “ και ¨ Στην ζωή ενός ζωγράφου ο θάνατος ίσως να μην είναι το πιο δύσκολο πράγμα”.  Έτσι λοιπόν και για να ξαναπάμε στ’ αστέρια που λέγαμε στο προηγούμενο: πνευματικός άνθρωπος ο Van Gogh έβλεπε τ’ αστέρια ως μέσον πνευματικής επικοινωνίας, σαν την πύλη για την αιωνιότητα γι αυτό και αποτελούν ένα σημαντικότατο θέμα στο έργο του, ιδιαίτερα σε τρείς απο τους πιο σημαντικούς του πίνακες: το Νυχτερινό Καφενείο, την Έναστρη Νύχτα και την Έναστρη Νύχτα πάω στον Ροδανό.    ‘Ετσι και στο πορτραίτο του Eugène Boch, ο Van Gogh παρουσιάζει τον φίλο του ποιητή μπροστά σ’ έναν απίθανα γαλανό ουρανό, γεμάτον άστρα που φαίνεται σαν να τον συνδέουν με την αιωνιότητα.  Μέ τ’ αστέρια, ο Van Gogh φαίνεται να εκφράζει την αντίληψή του  πως ο καλλιτέχνης -ποιητής ή ζωγράφος ή οτιδήποτε άλλο- έχει προσφέρει κάτι για την αιωνιότητα κι ότι δηλαδή έχει κερδίσει μια θέση ανάμεσα στα άστρα. Οτι το έργο του συναντά κάπου την επιθυμία -την ανάγκη- του θεατή για νέες εμπειρίες, νέα αισθήματα.  Κι άρα, πως αξίζει τον κόπο μέσα στους τόσους άλλους περισπασμούς να σταθούμε για λίγο μπροστά και να προσέξουμε κάποιο έργο τέχνης.  Ίσως τότε -ίσως- να δούμε και ν’ ακούσουμε κάποια πράγματα θαυμαστά και πρωτόγνωρα, πράγματα που θα μας ανοίξουν δρόμους και πόρτες μέχρι τότε κλειστές.


Έβαλα την καρδιά και την ψυχή μου στην δουλειά μου και στην πορεία έχω χάσει το μυαλό μου- Vincent Van Gogh.

30 Μαρτίου 1853, μια μέρα σαν σήμερα πριν 161 χρόνια, γεννιέται ο Vincent Van Gogh, ένας απο τους δικούς μου άγιους της Τέχνης, αυτούς που μπροστά τους υποκλίνομαι.  Στα λίγα χρόνια της παραγωγικής του ζωής ο Van Gοgh θα ζωγραφίζει με μανία, απόλυτα αφοσιωμένος στην προσπάθεια είτε να ερμηνεύσει την δική του πάλη με την τρέλλα ή στο να κατανοήσει την πνευματική φύση του ανθρώπου.  Πινελιές γρήγορες, γεμάτες πάθος, έντονα και συμβολικά χρώματα, γραμμές και φόρμες που πάλλονται.  “Μπορώ θαυμάσια να τα καταφέρω στη ζωή και την τέχνη χωρις θεό.  Μα, έτσι όπως υποφέρω, δεν μπορώ χωρίς κάτι ανώτερο απο μένα- την δύναμη να δημιουργώ… Όταν έχω την φοβερή ανάγκη της -θα πω την λέξη – θρησκείας, τότε πάω έξω και ζωγραφίζω τα άστρα”, θα πεί.
Η “Εναστρη νύχτα”, απο τα πιο αγαπημένα μου, είναι κατάφωτη με το λαμπρό κίτρινο των πλανητών που στριφογυρίζουν και το σύμπαν -ουρανός, βουνά, δέντρα- πάλλεται απο τα κοσμικά βεγγαλικά που εκρήγνυνται στον γαλανό ουρανό.  Μια εικόνα που λευτερώνει καρδιά και σκέψη, που αφήνει να βγεί απο το στήθος και να χαθεί το κάθε βάρος, το κάθε τι που το καταπιέζει.
Τον Ιούλιο του 1890 ο Van Gogh θα αυτοπυροβοληθεί βάζοντας τέλος στην ζωή του  “για το καλό όλων”.  Σ’ όλη του την ζωή, ο Van Gogh θα πουλήσει μόνο ένα έργο.  Στις 30 Μαρτίου 1987 -ημέρα των γενεθλίων του – τα “Ηλιοτρόπιά” του θα πουληθούν για 39.9 εκατομμύρια δολλάρια, τέσσερεις φορές περισσότερο απο το προηγούμενο ρεκόρ για έργο τέχνης.
Ένας τρελλός καλλιτέχνης ή μια κοινωνία ανίκανη να κατανοήσει την μεγαλοφυία του;
starry_nightI put my heart and my soul into my work, and have lost my mind in the process -Vincent Van Gogh.

March 30, 1853, a day like today 161 years ago, birthday of Vincent Van Gogh, one of my Saints of the Arts.  In the few years of his productive life as a painter he would paint furiously completely absorbed in the effort to explain either his struggle against madness or his comprehension of the spiritual essence of man.  Quick brushstrokes, full of passion, symbolic and intense colors, vibrating lines and forms. “I can very well do without God both in my life and in my painting, but I cannot, suffering as I am, do without something which is greater than I am, which is my life, the power to create”, he would say, ”…When I have a terrible need of – shall I say the word – religion. Then I go out and paint the stars”.
His “Starry Night” , one of my favorites, vibrates with rockets of burning yellow while planets gyrate like cartwheels. The hills quake and heave, while the cosmic gold fireworks swirl against a blue sky.  A picture that liberates heart and thought, that lets the chest be free of all burden, of everything that’s pressing it down.
In July 1890, Vincent Van Gogh would shoot himself “for the good of all”.  During his lifetime, he sold one painting.  In March 30 1987 , his birthday, his “Sunflowers” will sell for 39.9 million, almost four times the previous record paid for a single work of art.
A mad artist or a society unable to understand his genius?


28 Μάρτη 1969.  Μια μέρα σαν σήμερα πριν 45 χρόνια.  Κιλκίς, 828 ΜΛΜ. Βράδυ. Στρατιώτης άνευ όπλου Παυλίδης Ευάγγελος, σιτιστής.  Στριμωγμένος στην σκοτεινή αποθήκη μου ανάμεσα σε τσουβάλια με όσπρια, κονσέρβες corned beef και γάλα εβαπορέ κι ένα βαρέλι λάδι. Μυρωδιά παντοπωλείου της παλιάς εποχης. Το παράνομο ραδιοφωνάκι -όσο ένα πακέτο τσιγάρα-  κολημένο στ’ αυτί γιατί είναι η ώρα της Ελληνικής εκπομπής του BBC.  Κι έρχεται η φωνή.  Είναι ο Γιώργος Σεφέρης:

«Πάει καιρὸς ποὺ πῆρα τὴν ἀπόφαση νὰ κρατηθῶ ἔξω ἀπὸ τὰ πολιτικὰ τοῦ τόπου. Προσπάθησα ἄλλοτε νὰ τὸ ἐξηγήσω. Αὐτὸ δὲ σημαίνει διόλου πὼς μοῦ εἶναι ἀδιάφορη ἡ πολιτικὴ ζωή μας. Ἔτσι, ἀπὸ τὰ χρόνια ἐκεῖνα, ὡς τώρα τελευταῖα, ἔπαψα κατὰ κανόνα νὰ ἀγγίζω τέτοια θέματα· ἐξάλλου τὰ ὅσα δημοσίεψα ὡς τὶς ἀρχὲς τοῦ 1967 καὶ ἡ κατοπινὴ στάση μου – δὲν ἔχω δημοσιέψει τίποτα στὴν Ἑλλάδα ἀπὸ τότε ποὺ φιμώθηκε ἡ ἐλευθερία – ἔδειχναν, μοῦ φαίνεται, ἀρκετὰ καθαρὰ τὴ σκέψη μου.
Μολαταῦτα, μῆνες τώρα, αἰσθάνομαι μέσα μου καὶ γύρω μου, ὁλοένα πιὸ ἐπιτακτικά, τὸ χρέος νὰ πῶ ἕνα λόγο γιὰ τὴ σημερινὴ κατάστασή μας. Μὲ ὅλη τὴ δυνατὴ συντομία, νὰ τί θὰ ἔλεγα:
Κλείνουν δυὸ χρόνια ποὺ μᾶς ἔχει ἐπιβληθεῖ ἕνα καθεστὼς ὁλωσδιόλου ἀντίθετο μὲ τὰ ἰδεώδη γιὰ τὰ ὁποῖα πολέμησε ὁ κόσμος μας καὶ τόσο περίλαμπρα ὁ λαός μας στὸν τελευταῖο παγκόσμιο πόλεμο. Εἶναι μία κατάσταση ὑποχρεωτικῆς νάρκης, ὅπου ὅσες πνευματικὲς ἀξίες κατορθώσαμε νὰ κρατήσουμε ζωντανές, μὲ πόνους καὶ μὲ κόπους, πᾶνε κι αὐτὲς νὰ καταποντιστοῦν μέσα στὰ ἑλώδη στεκούμενα νερά. Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.
Δυστυχῶς δὲν πρόκειται μόνον γι᾿ αὐτὸ τὸν κίνδυνο. Ὅλοι πιὰ τὸ διδάχτηκαν καὶ τὸ ξέρουν πὼς στὶς δικτατορικὲς καταστάσεις ἡ ἀρχὴ μπορεῖ νὰ μοιάζει εὔκολη, ὅμως ἡ τραγωδία περιμένει ἀναπότρεπτη στὸ τέλος. Τὸ δράμα αὐτοῦ τοῦ τέλους μᾶς βασανίζει, συνειδητὰ ἢ ἀσυνείδητα, ὅπως στοὺς παμπάλαιους χοροὺς τοῦ Αἰσχύλου. Ὅσο μένει ἡ ἀνωμαλία, τόσο προχωρεῖ τὸ κακό.
Εἶμαι ἕνας ἄνθρωπος χωρὶς κανένα ἀπολύτως πολιτικὸ δεσμὸ καί, μπορῶ νὰ τὸ πῶ, μιλῶ χωρὶς φόβο καὶ χωρὶς πάθος. Βλέπω μπροστά μου τὸν γκρεμὸ ὅπου μᾶς ὁδηγεῖ ἡ καταπίεση ποὺ κάλυψε τὸν τόπο. Αὐτὴ ἡ ἀνωμαλία πρέπει νὰ σταματήσει. Εἶναι ἐθνικὴ ἐπιταγή.
Τώρα ξαναγυρίζω στὴ σιωπή μου. Παρακαλῶ τὸ Θεὸ νὰ μὴ μὲ φέρει ἄλλη φορὰ σὲ παρόμοια ἀνάγκη νὰ ξαναμιλήσω».

Αναρωτιέμαι αν άραγε λόγια σαν κι αυτά λένε κάτι σ’ αυτούς που σήμερα σηκώνουν το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό.  Αναρωτιέμαι γιατί, όπως λέει κι ο ποιητής  “… Δὲ θὰ μοῦ ἦταν δύσκολο νὰ καταλάβω πῶς τέτοιες ζημιὲς δὲ λογαριάζουν πάρα πολὺ γιὰ ὁρισμένους ἀνθρώπους.”
Ας το ξαναδιαβάσουν, όμως, αυτοί που σήμερα σηκώνουν το χέρι σε ναζιστικό χαιρετισμό.  Ποιός ξέρει, ίσως κάτι να καταλάβουν στο τέλος.
WALNUT BRAINIt was March 28, 1969, almost two years to the day after the military coup.  Kilkis, near the border with what was then Yugoslavia.  Night.  I, private Evangelos Pavlidis, quartermaster, Supply and Transport Corp, lay squeezed between sacks of beans and lentils, tins of corned beef and condensed milk and a drum of olive oil and waited in the dark of my storehouse with my tiny radio (strictly forbidden) close to my ear.  It was the time for the news of the Greek Service of the BBC.  And then, came the voice.  It belonged to George Seferis, the Nobel Prize Laureate for Literature:

“A long time ago I made the decision to keep out of my country’s politics. As I tried to explain on another occasion, this did not mean at all that I was indifferent to our political life.
So, from that time until now I have refrained, as a rule, from touching on matters of that kind. Besides, all that I published up to the beginning of 1967 and my stance thereafter (I haven’t published anything in Greece since freedom was gagged) have shown clearly enough, I believe, my thinking.
Nevertheless, for months now I have felt, inside myself and around me, with increasing intensity, the obligation to speak out about our current situation. With all possible brevity, this is what I would say:
It has been almost two years now that a regime has been imposed on us which is totally inimical to the ideals for which our world — and our people so resplendently — fought during the last world war.
It is a state of enforced torpor in which all those intellectual values that we succeeded in keeping alive, with agony and labour, are about to sink into swampy stagnant waters. It wouldn’t be difficult for me to understand how damage of this kind would not count for much with certain people. Unfortunately, this isn’t the only danger in question.
Everyone has been taught and knows by now that in the case of dictatorial regimes the beginning may seem easy, but tragedy awaits, inevitably, in the end. The drama of this ending torments us, consciously or unconsciously — as in the immemorial choruses of Aeschylus. The longer the anomaly remains, the more the evil grows.
I am a man without any political affiliation, and I can therefore speak without fear or passion. I see ahead of me the precipice toward which the oppression that has shrouded the country is leading us. This anomaly must stop. It is a national imperative.
Now I return to silence. I pray to God not to bring upon me a similar need to speak out again.”

I wonder if those words bear any meaning, any significance for those who raise their hand in Nazi salute today.  I wonder, because as the poet says “It wouldn’t be difficult for me to understand how damage of this kind would not count for much with certain people.”
But let them read again the words of the poet, those who raise their hand in Nazi salute today.  Who knows… perhaps they will understand something after all.


SURPLACEΠώς τό ‘λεγε για ένα παλληκάρι εκείνο το τραγούδι του Θεοδωράκη:  …έχει το χέρι που σκορπά και τ’ άλλο που θερίζει…  Τον Σαμαρά είχε στον νού του, θα μπορούσε να πει κανείς.
Αφού ξεζούμισε ό,τι και όσο μπορούσε να ξεζουμίσει απο τον κοσμάκη, έρχεται τώρα ο κύριος Σαμαράς να μοιράσει ως ελεημοσύνη κάτι ψίχουλα απο τα ξεζουμισμένα.  Οποία γενναιοδωρία, τι ευγενική ψυχή, τι καλός πατερούλης!  Και τι αγαλλιάση για όλους μας που το καλό μας κράτος είναι πια σε θέση να μας φροντίζει… άσχετα αν στην Νότια Ρόδο (και πολλά άλλα μέρη της Ελλάδας, είμαι βέβαιος) έχουμε την άδεια να αρρωσταίνουμε μόνο τις δυο τρείς μέρες την εβδομάδα που υπάρχει γιατρός.
Μένει η απορία, που σύντομα θα απαντηθεί στις εκλογές:  Πόσους θα κοροϊδέψουν ο τόσο γενναιόδωρος κύριος Σαμαράς και ο σητσιλαισος (διαβάστε ανάποδα, παρακαλώ) Μπένι;  Οψόμεθα.


Τα νησιά της Ελλάδας
Lord Byron

……Τα βουνά βλέπουν τον Μαραθώνα-
Κι ο Μαραθώνας βλέπει την θάλασσα-
Και καθως μονάχος εκει συλλογιζόμουν
Ονειρεύτικα σαν λες κι η Ελλάδα να ήταν ακόμα λεύτερη
Γιατί, στου Πέρση τον τάφο καθώς στεκόμουν
Σκλάβο τον εαυτό μου δεν μπορούσα να τον φανταστώ.
Στην άκρη του βράχου που αγναντεύει την θαλασσογεννημένη Σαλαμίνα
καθόταν ένας βασιλιάς
Και πλοία, χιλιάδες πλοία, ήταν κάτω απλωμένα
Και έθνη ανθρώπων -όλα δικά του ήταν!
Τα μέτρησε την αυγή
Κι όταν ο ήλιος έγειρε, πού είναι; Πού είναι; και πού είσαι εσύ
πατρίδα μου;  Στην άφωνη ακτή
Το ηρωικό τραγούδι είναι παράφωνο τώρα-
Τα ηρωικά στήθη δεν χτυπούν!
Κι η θεία λύρα σου
Γιατί πρέπει να ξεπέσει στα δικά μου τα χέρια;
………
Για τους Έλληνες το πρόσωπο κοκκινίζει – για τους Ελληνες ένα δάκρυ κυλά.
Μα πρέπει άραγε να κλάψουμε για τα ένδοξα περασμένα;
Πρέπει να κοκκινίσουμε απο ντροπή; – Οι πατεράδες μας έχυσαν αίμα.
Ω γή!  Από το στήθος σου δώσε μας πίσω
Κάτι απο τους νεκρούς μας Σπαρτιάτες!
Απ’ τους τριακόσιους δώσε μας τρείς μονάχα
Να φτιάξουμε καινούριες Θερμοπύλες. Τι; Ακόμα σιωπή και όλα σιωπηλά;
Α! όχι. Των νεκρών οι φωνές
Ακούγονται σαν μακρινός χείμαρρος που πέφτει
και απαντούν, “Ας σηκωθεί ένα ζωντανό κεφάλι,
Έστω μονάχα ένα κι ερχόμαστε, ερχόμαστε!”
………
Στον βράχο του Σουλιού και στην ακτή της Πάργας,
έχει απομείνει το ίχνος μιας γενιάς
όπως αυτή που γέννησαν των Δωριαίων οι μάνες.
Κι ίσως εκεί να έχει σπαρθεί ο σπόρος
Που φέρει μέσα του το αίμα του Ηρακλέα. Μην εμπιστεύεσαι τους Φράγκους για λευτεριά-
Ο βασιλιάς τους πουλά και αγοράζει:
Στα ντόπια σπαθιά, στα ντόπια μπράτσα,
Φωλιάζει η μόνη ελπίδα.
……………………
Ελεύθερη και πρόχειρη μετάφραση δικιά μου

Μια μικρή σημείωση.  Πολύ συχνά παραβλέπεται ή ελάχιστα αναφέρεται η τεράστια δύναμη που ο Ελληνικός Απελευθερωτικός αγώνας άσκισε πάνω στην Ευρώπη του 19ου αιώνα αλλά και μετά.  Με την αναγνώρισή της το 1830, η Ελλάδα θα γίνει το πρώτο εθνικό κράτος της Ευρώπης μετά τους Ναπολεόντιους Πολέμους.  Θ’ ακολουθήσουν το Βέλγιο το 1831, η Ελβετία το 1847, η Ιταλία το 1861, η Γερμανία το 1871 και οι νοτιο-δυτικοί γείτονές της αργότερα, ανάμεσα 1847 – 1923.  Ακόμα και τώρα που μιλάμε οι ανακατατάξεις και διεργασίες δεν έχουν σταματήσει.
BYRONMarch 25 is Greece’s National Day, the declaration of the War of Independence against the Ottoman Empire.
Just a little note before I pass you over to Lord Byron.  It is an often disregarded or a little discussed fact the enormous power that the idea of the Greek war of independence exercised over the 19th century Europe and beyond.  Recognized as a sovereign state in 1930, Greece would become the first nation-state established in Europe after the Napoleonic Wars.  It was followed by Belgium in 1831, Switzerland in 1847, Italy in 1861, Germany in 1871, and its neighbors in southeastern Europe even later, between 1878 and 1923.  Even as we speak the formation of new national-states is still in process.

The Isles of Greece
Lord Byron

………….”The mountains look on Marathon—
And Marathon looks on the sea;
And musing there an hour alone,
I dream’d that Greece might yet be free
For, standing on the Persians’ grave,
I could not deem myself a slave.A king sat on the rocky brow
Which looks on sea-born Salamis;
And ships, by thousands, lay below,
And men in nations;—all were his!
He counted them at break of day—
And when the sun set, where were they?And where are they? and where art thou,
My country? On thy voiceless shore
The heroic lay is tuneless now—
The heroic bosom beats no more!
And must thy lyre, so long divine,
Degenerate into hands like mine?’Tis something, in the dearth of fame,
Though link’d among a fetter’d race,
To feel at least a patriot’s shame,
Even as I sing, suffuse my face;
For what is left the poet here?
For Greeks a blush—for Greece a tear.Must we but weep o’er days more blest?
Must we but blush?—Our fathers bled.
Earth! render back from out thy breast
A remnant of our Spartan dead!
Of the three hundred grant but three,
To make a new Thermopylae.What, silent still, and silent all?
Ah! no; the voices of the dead
Sound like a distant torrent’s fall,
And answer, “Let one living head,
But one arise,—we come, we come!”
……………….
On Suli’s rock, and Parga’s shore,
Exists the remnant of a line
Such as the Doric mothers bore;
And there, perhaps, some seed is sown,
The Heracleidan blood might own.Trust not for freedom to the Franks—
They have a king who buys and sells:
In native swords and native ranks,
The only hope of courage dwells
……………….