“Ήταν μιά μουντή και θλιβερή νύχτα του Νοέμβρη όταν πρωταντίκρισα τα αποτελέσματα των κόπων μου.  Με αδημονία που έφτανε στα όρια της αγωνίας, μάζεψα γύρω μου τα όργανα και εργαλεία για να βάλω μια σπίθα ύπαρξης στο άψυχο πράγμα που ήταν ξαπλωμένο στα πόδια μου.  Ήταν κιόλας μιά μετά τα μεσάνυχτα.  Η βροχή χτυπούσε μελαγχολικά στα παράθυρα και το κερί μου κόντευε να σβήσει όταν στο αχνό του φως είδα το θαμπό, κίτρινο μάτι του πλάσματος να ανοίγει -ανάπνευσε βαθειά και μια σπασμωδική κίνηση τάραξε τα μέλη του…
…Ω! Κανείς θνητός δεν θα μπορούσε ν’ αντέξει τη φρίκη της όψης εκείνης.  Ούτε μούμια που είχε ξαναζωντανέψει δεν θα ήταν τόσο απαίσια όσο ο άθλιος εκείνος.  Τον είχα δει όταν ήταν ακόμα μισοτελειωμένος.  Ήταν άσχημος τότε μα όταν οι μυς αυτοί και οι αρθρώσεις έγιναν ικανές να κινηθούν, έγινε ένα τέτοιο πράγμα που ούτε ο Δάντης δεν θα μπορούσε να το συλλάβει…”
Mary Shelley,  Φρανκενστάιν, ή ο Σύγχρονος Προμυθέας”, 1818

Τον Μάη του 1816 μια παρέα απο νεαρούς ποιητές και συγγραφείς συναντήθηκαν για διακοπές στην Ελβετία -η Mary Shelley (Mary Wollstonecraft Godwin) με τον φίλο και μετέπειτα σύζυγό της Percy Shelley, η Claire Clairmont, φίλη του Μπάυρον, ο ίδιος ο Λόρδος Μπάυρον και ο John Polidori.  Το καλοκαίρι ήταν μίζερο και βροχερό και τους κρατούσε πολλές μέρες συνέχεια κλεισμένους στο σπίτι. Καθισμένοι γύρω απο το τζάκι στη βίλλα του Μπάυρον, διασκέδαζαν διαβάζοντας Γερμανικές ιστορίες με φαντάσματα κι ανάμεσα στα άλλα, η συζήτηση στρεφόταν συχνά γύρω απο τα πειράματα του φυσικού φιλόσοφου Erasmus Darwin που, όπως λεγόταν, είχε ζωντανέψει νεκρή ύλη, και στον γαλβανισμό και την πιθανότητα επαναφοράς στη ζωή νεκρών μελών ή ολόκληρου ενός πτώματος.  Ώσπου μια μέρα, ο Μπάυρον πρότεινε να γράψει ο καθένας τους μια υπερφυσική ιστορία.  Λίγο αργότερα, σ΄ένα όνειρο η Mary Shelley συνέλαβε την ιστορία του Φρανκεστάιν.
Το βιβλίο εκδόθηκε αρχικά με ψευδώνυμο για
γίνει στη συνέχεια ένα απο τα μεγαλύτερα best sellers στην ιστορία της διεθνούς λογοτεχνίας.  Ένα βιβλίο, που διαβασα κρυφά, είμουν δεν είμουν  12 χρόνων, και που τροφοδότησε πολλά απο τα παιδικά μου όνειρα.
Η Mary Shelley γεννήθηκε σαν σήμερα πριν 216 χρόνια, στις 30 Αυγούστου 1797.  Ήταν μόλις 19 χρόνων όταν έγραψε το αριστούργημά της.

FRANKENSTEIN

“It was on a dreary night of November that I beheld the accomplishment of my toils.  With the anxiety that almost amounted to agony, I collected the instruments of life around me, that I might infuse a spark of being into this lifeless thing that lay at my feet.  It was already one in the morning; the rain pattered dismally against the pains, and my candle was nearly burned out, when, by the glimmer of the half-extinguished light, I saw the dull yellow eye of the creature open; it breathed hard, and a convulsive motion agitated its limbs…
…Oh! No mortal could support the horror of that countenance.  A mummy again endued with animation could not be so hideous as that wretch.  I had gazed on him while unfinished;  he was ugly then, but when those muscles and joints were rendered capable of motion, it became a thing such as even Dante could not have conceived…”

Mary Shelley, “Frankenstein, or the Modern Prometheus”, 1818

On May 1816, a company of young poets and writers met in Switzerland on vacation.  It was Mary Shelly (Mary Wollstonecraft Godwin) with her friend and future husband Percy Shelley, Claire Clairmont, mistress of Lord Bayron, Lord Bayron himself and John Polidori.  It was “a wet, ungenial summer” that confined the company for days in the house.  Sitting around the log fire in Bayron’s villa they amused themselves by reading German ghost stories and discussing, among other subjects, the experiments of Erasmus Darwin, who was said to have animated dead matter, and of galvanism and the feasibility of returning a corpse to life.  Until the day that Byron suggested that each write their own supernatural story.  Shortly afterwards, in a waking dream, Mary Godwing conceived the idea of Frankenstein.
The book was originally published anonymously to consequently become one of the literary best sellers of all times.  It is a book I read secretly, I was hardly 12 years old, and that it gave food to many of my childhood dreams.
Mary Shelley was born on a day like today 216 years ago, August 30, 1797.  She was only 19 when she wrote her masterpiece.

 

 


“Η Ελλάδα δεν έπρεπε ποτέ να μπεί στο ΕΥΡΩ… η απόφαση ήταν θεμελιωδώς λανθασμένη και αποτέλεσε την αφετηρία για τα σημερινά μας προβλήματα”
‘Αγγελα Μέρκελ

Την 1η Μαρτίου 2002 θα σημάνει το οριστικό τέλος της δραχμής καθώς όλες οι συναλλαγές γίνονται πλέον μόνο σε ΕΥΡΩ.  Δυο μέρες αργότερα, στις 3 του Μάρτη, δημοσιεύω στο ΒΗΜΑ το παρακάτω σκίτσο.
Απορία
: αυτά που εύκολα έβλεπε ενας απλός γελοιογράφος -και δεν ήμουν ο μόνος- δεν τα έβλεπαν άραγε οι Έλληνες και ξένοι μεγαλόσχημοι πολιτικοί και πολιτικάντηδες, προφεσόροι και τραπεζήτες, μεγαλοεπιχειρηματίες και μεγαλοκαρχαρίες;
Αφελής βέβαια η ερώτηση.  Παρακαλώ βγάλετε τα δικά σας συμπεράσματα.  Τα δικά μου τα έχω βγάλει.

Ignored Tags: $8649 ; Ignored Tags: $83BB, $8649

“Greece should have never joined the EURO… that decision was fundamentally wrong and became the starting point of our problems of today…”
Angela Merkel

March 1, 2002, marks the end of the drachma as from that day on all transactions would only be made in EURO.  Two days later, on March 3, I published this cartoon in “TO VIMA”.
Question:  How is it possible that all those Greek and foreign politicians, professors, bankers, fat businessmen and industrialists could not see what was obvious to a cartoonist?
A naive question, of course.  Please draw your own conclusions.  I have drawn mine.

 

 


WHAT IF

Διαβάζω στις ειδήσεις για το “πάρτι που έχουν στήσει γιατροί και φαρμακευτικές εταιρείες σε βάρος του ΕΟΠΥΥ και των ασφαλισμένων του” και πως ο ΕΟΠΥΥ παρουσιάζει κάθε μήνα έλλειμα 100 εκατομυρίων ΕΥΡΩ με αποτέλεσμα να μην είναι σε θέση να αντεπεξέλθει έναντι των ασφαλισμένων και των παρόχων.

Τα ξέραμε κι αν δεν τα ξέραμε τα υποπτευόμαστε.  Αναμφισβήτητα υπάρχουν πολλοί καλοί και έντιμοι γιατροί, που κάνουν ευσυνείδητα τη δουλειά τους και δεν θα πρέπει να κατηγορεί κανείς αδιάκριτα ολόκληρη επαγγελματική τάξη.  Ο Ιατρικός Σύλλογος Αθηνών όμως μιλάει σε σχετική ανακοίνωσή του για “ολίγους επιόρκους”.  Θα διαφωνήσω στο “ολίγους”.  Δεν πιστεύω να υπάρχει Έλληνας που να μην έχει έλθει αντιμέτωπος με το δίλημμα, ας πούμε, “Με απόδειξη 80, χωρίς απόδειξη 50”.  Όχι όλοι, λοιπόν, αλλά όχι δα και ολίγοι.

Το σκίτσο αυτό αφιερώνεται όχι σε όλους μα σ’ αυτούς τους “ολίγους” γιατρούς και φαρμακοβιομήχανους.  Σοβαρά!


Έχω πολλές τσάντες και τσαντάκια διαφόρων μεγεθών, χρωμάτων και υλικών.  Ανεξαρτήτου (που λένε στα νεο-Ελληνικά) πού είμαι και τι κάνω κουβαλάω πάντα μια απ’ αυτές.  Εκτός απο δυο τρείς φυσαρμόνικες τα πιο σπουδαία περιεχόμενα της μεγάλης τσάντας είναι διάφορα μολυβδοκόντυλα, μαρκαδόροι και πένες σ’ ένα απο τα μικρά τσαντάκια.  Και φυσικά κάποιο μπλόκ, μικρό ή μεγάλο.

Aπό τα μπλόκ που έλεγα έχω ολόκληρες στοίβες, γεμάτα, μισογεμάτα, άδεια.  Και τώρα ξομολογούμαι:  το χαρτί είναι το φετίχ μου και δεν μπορώ να αντισταθώ στον πειρασμό να το αποχτήσω, έστω κι αν δεν το χρειάζομαι εκείνη τη στιγμή.  Μου αρέσει να το πιάνω, να χαϊδεύω την επιφάνεια και να νοιώθω την υφή του, να το μυρίζω.

Όμως, μια κόλλα χαρτί χρησιμεύει και για να τυλίξουμε κάποιον, για να γράφουμε, να μουτζουρώνουμε, να ζωγραφίζουμε, να σκιτσάρουμε κι εγώ -εξομολόγηση αρ. 2-είμαι εξαρτημένος απο το σκιτσάρισμα, το μουντζούρωμα, τη ζωγραφική.  Σκιτσάρω πάντα και παντού -στην ταβέρνα, στο αεροδρόμιο, στο τραίνο… ό,τι βρεθεί μπροστά μου.  Σκιτσάρω όμως και άλλα που δεν είναι μπροστά μου μα που μου κατεβαίνουν απο το κεφάλι στην μύτη του μολυβιού, αυθόρμητα και ανεξήγητα πολλές φορές γιατί.  Έτσι κατέληξα στις στοίβες εκείνες απο γεμάτα και μισογεμάτα μπλοκ.  Οι δυο αυτές αυτές αμαρτίες μου -το φετίχ κι η εξάρτηση- έχουν καθορίσει σε μεγάλο βαθμό τη ζωή μου.

Εδώ τώρα αντιμετωπίζω πρόβλημα.  Τι τα κάνει κανείς όλα αυτά τα σκίτσα και τις μουντζούρες;  Πώς να τα εκθέσω χωρίς να κάνω τα μπλόκ μου φύλλα και φτερά, πώς να τα δείξω στους άλλους -διότι πρέπει να τα δείξω όχι μόνο επειδή τό ‘χω ανάγκη μα και γιατί τέχνη που είναι “θαμένη” και δεν “κοινοποιείται” πάει κόντρα στην ουσία της και παύει να λειτουργεί ως τέχνη, λέω εγώ.

Σαν μια μέση λύση βρήκα το μπλόγκ μου.  Δημιούργησα την κατηγορία SKETCH BOOKS, εκεί που λέει CATEGORIES  (ζητώ συγγνώμη για τις αγγλικούρες μα έτσι λέει, τι να κάνω).  Εκεί λοιπόν, στα SKETCH BOOKS, δημοσιεύω στην τύχη και χωρίς κάποια λογική σειρά διάφορες σελίδες απο τα μπλόκ μου.  Επειδή όμως φαίνεται οτι οι επισκέπτες του μπλόγκ δεν πηγαίνουν εκεί όσο θα ήθελα αποφάσισα να αναρτώ τα σκίτσα αυτά και στην κεντρική σελίδα.  Μην απορείτε, λοιπόν, όταν θα τα δείτε και μην ψάχνετε να ανακαλύψετε κάποιο ιδιαίτερο νόημα.

01-C

I am the owner of a variety of hand bags, shoulder bags, bag bags, of various sizes, colors and materials.  No matter where I am or do I always carry one of them.  Except for a couple of harmonicas the more important contents of the bag is an assortment of pencils, markers and pens, in a smaller bag.  Naturally, there is also a sketch book or drawing pad, big or small.

Of those sketch books and drawing pads I have stacks and piles – full, half full, empty.  Here now is my confession: paper is my fetish and I cannot resist the temptation to possess it, to acquire it, even if I don’t really need it at the moment.  I like to hold it, to touch it and feel its texture, to smell it.

But, paper is also good for wrapping things or to draw, doodle, sketch.  Confession # 2:  I am addicted to drawing, doodling, sketching.  I draw all the time, whatever there might be in sight, wherever I might be -the tavern, the airport, the train.  But I also draw things that are not in front of me, things that somehow find their way from my head to the tip of my pen.  This explains how I have ended up with the stacks and piles of sketch books and drawing pads.  Those two weaknesses of mine, those two sins -fetish and addiction- have determined and shaped to a great extend my life.

Here now is a problem.  What do I do with all those drawings and doodles.  How do I exhibit them without taking apart my sketch books, how can I show them -because I have to show them, not only because I feel the need to but also because art that remains “buried” and not shown to a larger public goes against its own nature and seizes to function as art should.

As a compromise solution I have resorted to my blog.  I have created a SKETCH BOOKS Category where I post pages from the sketch books, randomly and without any logical order.  It seems though that the visitors of my blog do not visit this particular category as much as I would like, so have I decided to post the sketches also in the Home Page of the blog.   So, don’t be surprised at the occasional nonsense and don’t try to find some deeper meaning in those posts.