Ζέστη πάλι και μισοχάζευα ελαφρώς πως ζαβλακωμένος και σκεφτόμουνα πως η Συμφωνική των Τζιτζικιών είχε πια συμπληρωθεί, αφού μέχρι πριν λίγο παρουσίαζε κάποια κενά. Κι ύστερα δεν ξέρω πώς, κάτι που δεν τό’χα ξαναπροσέξει, πεταγόταν κάπου κάπου ένα σολίστας -τενόρος μάλλον- ένας τζίτζικας διαφορετικός που για λίγο ξεχώριζε απο την συγχορδία της ορχήστρας. Κι ενώ τα σκεφτόμουνα αυτά και τελείως άσχετα μού’ρθε στον νού ένα ποίημα του Καβάφη. Έτσι, ουρανοκατέβατα που δείχνει νομίζω την τρικυμία που επικρατεί πολλές φορές στο ανθρώπινο κρανίο- το δικό μου τουλάχιστον. Το παραθέτω:

ΕΝ ΜΕΓΑΛΗ EΛΛΗΝΙΚΗ ΑΠΟΙΚΙΑ, 200 π.Χ

Ότι τα πράγματα δεν βαίνουν κατ’ ευχήν στην Aποικία
δεν μέν’ η ελαχίστη αμφιβολία,
και μ’ όλο που οπωσούν τραβούμ’ εμπρός,
ίσως, καθώς νομίζουν ουκ ολίγοι, να έφθασε ο καιρός
να φέρουμε Πολιτικό Aναμορφωτή.

Όμως το πρόσκομμα κ’ η δυσκολία
είναι που κάμνουνε μια ιστορία
μεγάλη κάθε πράγμα οι Aναμορφωταί
αυτοί. (Ευτύχημα θα ήταν αν ποτέ
δεν τους χρειάζονταν κανείς.) Για κάθε τι,
για το παραμικρό ρωτούνε κ’ εξετάζουν,
κ’ ευθύς στον νου τους ριζικές μεταρρυθμίσεις βάζουν,
με την απαίτησι να εκτελεσθούν άνευ αναβολής.

Έχουνε και μια κλίσι στες θυσίες.
Παραιτηθείτε από την κτήσιν σας εκείνη·
η κατοχή σας είν’ επισφαλής:
η τέτοιες κτήσεις ακριβώς βλάπτουν τες Aποικίες.
Παραιτηθείτε από την πρόσοδον αυτή,
κι από την άλληνα την συναφή,
κι από την τρίτη τούτην: ως συνέπεια φυσική·
είναι μεν ουσιώδεις, αλλά τί να γίνει;
σας δημιουργούν μια επιβλαβή ευθύνη.

Κι όσο στον έλεγχό τους προχωρούνε,
βρίσκουν και βρίσκουν περιττά, και να παυθούν ζητούνε·
πράγματα που όμως δύσκολα τα καταργεί κανείς.

Κι όταν, με το καλό, τελειώσουνε την εργασία,
κι ορίσαντες και περικόψαντες το παν λεπτομερώς,
απέλθουν, παίρνοντας και την δικαία μισθοδοσία,
να δούμε τι απομένει πια, μετά
τόση δεινότητα χειρουργική.—

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.
Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.
Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Aποικία.
Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;
Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.


Το καλοκαίρι μπήκε με φόρα. Αφόρητη η ζέστη σήμερα (Σάββατο) με 38 C στην σκιά και χωρίς πνοή αέρα. Όλα τα παράθυρα ανοιχτά μπας και κάνει λίγο ρεύμα, ανεμιστήρες εδώ κι εκεί. Ο Μαύρος χωμένος κάτω απο τους ασκινούς που κρατάνε ακόμα λίγη υγρασία απο το χθεσινό πότισμα και οι γάτες ξάπλα στις υγρές πλάκες τις βεράντας. Παλιοκατάσταση κι έρχονται και χειρότερα, λέει.
Πού διάθεση για σκίτσα και σχόλια!… Μόλις όμως άρχισε να γέρνει ο ήλιος καβαλήσαμε με τη Νοομι την Ματθίλδη (μηχανή για όσους δεν γνωρίζουν, και μην πάει ο νους στο κακό) και φουλάραμε κατά τον νοτιά να μας φυσίξει λίγο το τεχνιτό αεράκι που φτιάχνει η μηχανή. Καταλήξαμε στο Πλημμύρι – παρα θιν’ αλός, για όσους πάλι δεν γνωρίζουν. Ούζο δροσερό, χταπόδι στα κάρβουνα και λίγα λόγια καθώς παρακολουθούσαμε τα χρώματα να αλλάζουν σε στεριά και θάλασσα. Το ηλιοβασίλεμα να γίνεται όλο και πιο σκούρο κοκκινόχρυσο μέχρι που έφτασε η “μπλε ώρα”. Όλα, γη και θάλασσα, σε μύριες παραλαγές του μπλέ που όλο και σκουραίνανε καθώς κατέβαινε το σκοτάδι. Και τότε άρχισε να λάμπει σαν καθρέφτης η θάλασσα, σαν λυωμένο ασήμι, ενώ ο κόλπος και η παραλία γίνονταν όλο και πιο σκοτεινά.
Και νά σου τα ούζα κι ύστερα, όταν πια είχε σκοτεινιάσει, ήρθε κι η ψιλοκουβέντα για τούτο και για κείνο και τύχανε και κάποιο παλιόφιλοι σ’ ένα διπλανό τραπέζι μέχρι την ώρα να καβαλήσουμε και πάλι την Ματθίλδη. Κι ευτυχώς που η Ματθίλδη γνωρίζει καλά τον δρόμο για το σπίτι, αρκεί να της ψιθυρίσεις πού θέλεις να πας. Και μας πήγε… και τώρα γράφω.


Δημοσιεύτηκε πρόσφατα η προκύρηξη ενδιαφέροντος συμμετοχής στο 2ο Φεστιβάλ Καλλιτεχνικής Δημιουργίας Ρόδου.
Έγραφα πέρσι τέτοια εποχή οτι θα περίμενε και θα επιθυμούσε κανείς τέτοιου είδους πολιτιστικές εκδηλώσεις να πηγάζουν ως ιδέες και ως υλοποίηση απο κάποια απο τις διάφορες βαθμίδες της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Η στήριξη και η ανάδειξη του πολιτισμου, της ντόπιας πολιτιστικής παραγωγής είναι όχι απλά αρμοδιότητα μα και καθήκον τους. Αντίθετα όμως, χρειάστηκε η ιδιωτική πρωτοβουλία, το όραμα ενός ανθρώπου -για τον Τάκη Βούη λέω- για να πραγματοποιηθεί κάτι που πολλά χρόνια τώρα οι διάφορες αρχές δεν σκέφτηκαν, αδιαφόρισαν ή δεν θέλησαν να κάνουν.
Η ανάγκη της δημιουργίας μόνιμων πολιτιστικών θεσμών συζητιέται χρόνια τώρα, χωρίς όμως αποτέλεσμα αφού, αν με ρωτάτε, πολιτισμός δεν είναι η μια ή δυο ή τρείς παρουσίες κάποιων καλλιτεχνών κάθε καλοκαίρι, όσο καλοί και ευπρόσδεκτοι να είναι αυτοί. Ο πολιτισμός δεν περιορίζεται στην τέχνη, είναι τρόπος σκέψης και συμπεριφοράς, καθημερινός τρόπος ζωής τελικά, η καθημερινή συμμετοχή στην αναβάθμιση του συλλογικού πολιτιστικού επιπέδου και της κοινωνικής συνείδησης.
Και τέλος, έτσι στα γρήγορα, η στήριξη, η προβολή και προώθηση των ντόπιων καλλιτεχνών -και ιδιαίτερα των νέων- θα έπρεπε να αποτελεί πρωτεραιότητα των τοπικών αρχόντων και αρχών.
Είμαστε βέβαιοι πως με την περσινή εμπειρία -κάθε αρχή και δύσκολη,ε – το φετινό φεστιβάλ θα είναι ακόμα καλύτερο. Ας το στηρίξουμε με την συμμετοχή μας και μ’ οποιον άλλον τρόπο ο καθένας μας μπορεί. Το αξίζει.


23 Ιουνίου 1936, μια μέρα σαν σήμερα πριν 81 χρόνια γεννιόταν ο Κώστας Σημίτης. Δύσκολο να γράψει κανείς κάτι μια κι είναι ακόμα πολιτικά ενεργός και ο βίος και η πολιτεία του ζωντανά ακόμα στην μνήμη. Τι να πρωτοθυμηθεί κανείς… το παραμύθι του “εκσυγχρονισμού”, την συνεργασία με την GOLDMAN SACHS και την “δημιουργική λογιστική” που μας έβαλαν στην ΟΝΕ ή την φούσκα του Χρηματιστηρίου που ακολούθησε. Να θυμηθεί κανείς την «εξυπηρέτηση στους συμμάχους” για τους βομβαρδισμούς στην Γιουγκοσλαβία, την παράδοση του Οτσαλάν στους Τούρκους, την σημαία των Ιμίων που “την πήρε ο αέρας” ή το απο βήματος Βουλής μεγάλο “ευχαριστώ” στους Αμερικάνους;
Περασμένα ξεχασμένα, μπορεί να πει κανείς. Ίσως, Ας θυμηθούμε τότε τα πρόσφατα, τα τωρινά.
Το σκίτσο είναι πολύ πρόσφατο, τριών μηνών περίπου – τον Σημίτη τον είχα κάνει παλαιότερα, τον Μητσοτάκη πιο πρόσφατα. Όπως “κόλλησα” τα δυο σκίτσα έτσι, σαν παιχνίδι, λόγια του Σημίτη και λόγια απο πρόσφατες δηλώσεις και ομιλίες του Μητσοτάκη τα ανακάτεψα όλα μαζί και, θα ομολογήσετε, μου βγήκε ένα ωραίο και ενιαίο κείμενο με ιδέες και απόψεις που θα μπορούσε να έχει γραφτεί από ένα και το αυτό πρόσωπο. Για να μή μπερδευόμαστε το (Σ) σημαίνει Σημίτης και το (Μ), τι άλλο, Μητσοτάκης.
Χρόνια πολλά, πρόεδρε!


“…Κανείς δεν τον θέλει ιδιαίτερα (τον πόλεμο) και ξαφνικά νά τος. Εμείς δεν τον θέλαμε. Οι Άγγλοι δεν τον θέλανε και νά ‘μαστε να πολεμάμε.” Ο Κατζίνσκυ εξηγά πώς πρέπει να γίνονται οι πόλεμοι:
Ακούστε μάγκες πως πρέπει να γίνεται. Όποτε φαίνεται πως πάει να γίνει καν’ας μεγάλος πόλεμος θα περιμαντρώνουμε ένα μεγάλο χωράφι και θα πουλάμε και εισητήρια. Αμ’ πώς, και… και την μεγάλη μέρα θα μαζεύουμε όλους τους βασιλιάδες και τις κυβερνήσεις και τους στρατηγούς τους και θα τους βάζουμε στη μέση της μάντρας μόνο με τα σώβρακά και θα τους αφήνουμε να πολεμήσουν μεταξύ τους με ρόπαλα. Κι ας νικήσει η καλύτερη χώρα…”
Erich Maria Remarque, ” Τίποτα νεώτερο απο το Δυτικό Μέτωπο”

Erich Maria Remarque. Γερμανός συγγραφέας γεννήθηκε σαν σήμερα, 22 Ιουνίου, το 1898. Το 1917, υπηρετώντας στον Γερμανικό στρατό πολέμησε στο Δυτικό Μέτωπο όπου και τραυματίστηκε.
Το 1928 δημοσίευσε το πιο γνωστό βιβλίο του “Im Westen nichts Neues” – “Δεν υπάρχουν νέα απο τη Δύση ” -το “Τίποτα νεώτερο απο το Δυτικό Μέτωπο”, που λέμε εμείς. Εκεί περιγράφει τις φοβερές φυσικές και ψυχικές ταλαιπωρίες του Γερμανού στρατιώτη, καθώς και την μετέπειτα δυσκολία προσαρμογής στην κανόνική ζωή.
Στις 10 Μάη 1933 με διαταγή του Υπουργού Προπαγάνδαςτων Ναζί Γκέμπελς, το βιβλίο απαγορεύτηκε και κάηκε δημόσια στην Ναζιστική Γερμανία. Στην συνέχεια, ο Remarque διέφυγε στην Ελβετία για να καταφύγει τελικά στις ΗΠΑ. Η Γερμανική υπηκοότητά του αφαιρέθηκε το 1939.
Το 1943, η Ναζιστική κυβέρνηση συνέλαβε την αδελφή του Elfriede. Δικάστηκε και καταδικάστηκε για “υπονόμευση του ηθικού” του λαού (“Wehrkraftzersetzung”) επειδή είπε πως ο πόλεμος είχε χαθεί. Ο δικαστής της είπε πως “δυστυχώς τον αδελφό σου δεν τον φτάνουμε, μα εσύ δεν θα μας ξεφύγεις”, (Ihr Bruder ist uns entwischt, aber Sie werden uns nicht entwischen!). Η Elfriede αποκεφαλίστηκε τον Δεκέμβρη 1943. Τα έξοδα της δίκης, φυλάκισης και εκτέλεσης -με χαραχτηριστική Γερμανική ακρίβεια 495.80 Μάρκα- χρεώθηκαν στην αδελφή της Erna.

====ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===ooo===

“…Nobody wants it in particular (war) and then all at once, here it is. We didn’t want it. The English didn’t want it and here we are fighting.” Katczinsky explains how wars should really be fought:
I’ll tell ya how it should all be done. Whenever there’s a big war comin’ on, you should rope off a big field (and sell tickets). Yeah, and, and, on the big day, you should take all the kings and their cabinets and their generals, put them in the center dressed in their underpants and let ’em fight it out with clubs. The best country wins.”
Erich Maria Remarque, “All Quiet on the Western Front”

Erich Maria Remarque. German writer was born on a day like today, June 22 1898. Conscripted into the German army in 1917 he was transfered to the Western Front where he was wounded and subsequently repatrated.
In 1928 he published his book “Im Westen nichts Neues” – All Quiet on the Western Front- where he describes the German soldiers’ extreme physical and mental stress during the war, and the detachment from civilian life felt by many upon returning back home.
On May 10, 1933, on the initiative of Joseph Goebbels the book was banned in Nazi Germany and publicly burnt.
In 1943, Remarque’s sister Elfriede was arrested, tried and sentenced to death for “undermining the moral” of the people (“Wehrkraftzersetzung”) because she said that the war was lost. The judge said that “Unfortunately we cannot reach your brother but you will not escape us”. Elfriede was beheaded in December 1943. Not content with taking her head off, the Nazi regime, with characteristic precision, billed the expatriate author 495.80 marks for the executioner’s trouble.